Greece

Λευτεριας λιπασμα οι Εσθονοι

Το 1999, στο γήπεδο της Λιμνοπούλας, αγωνίστηκα με τα χρώματα του Πύρρου Ιωαννίνων, στη Β’ Ερασιτεχνική. Στην ομάδα μας, μερικά χρόνια πριν, είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, ο Γιώργος Κάκος, μετέπειτα παίκτης του ΠΑΣ Γιάννενα, και προσωπικός φρουρός του Τζιοβάνι, στο ματς Ολυμπιακός-ΠΑΣ.

Continue reading

Standard
Brexit

Η κοινη αντισυστημικη ρητορικη του ΣΥΡΙΖΑ και των Brexiters

Στις 5 Ιουλίου του 2016 ο Νάιτζελ Φάρατζ ρωτήθηκε για τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα του μετά το Brexit. «Οντως, το δημοψήφισμα έχει προκαλέσει αναστάτωση και χάος στο βρετανικό πολιτικό σύστημα και αυτό είναι καλό πράγμα», απάντησε με το πλατύ του χαμόγελο ο τότε αρχηγός του UKIP.

Δύο μέρες αργότερα και ενώ στην Ελλάδα συζητούσαμε τα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή του εκλογικού νόμου, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε μία φράση του Μάο προκειμένου να σχολιάσει την αγωνία των κομμάτων για παρερμηνεία του Συντάγματος: «Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση».

Είναι αυτή ακριβώς η κοινή αντισυστημική ρητορική που συνδέει τόσο ανάγλυφα την ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά με την ξενοφοβική Δεξιά στη Βρετανία. Και όπως ακριβώς κόμματα με ελάχιστη σχέση μεταξύ τους ταυτίζονται μέσω του λαϊκισμού, έτσι και πολιτικά συστήματα πολύ διαφορετικά, όπως το ελληνικό και το βρετανικό, ακολουθούν πορεία με εντυπωσιακά όμοιους σταθμούς.

Η άρνηση

Το 2010 κανείς στην Ελλάδα δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ένα κόμμα με παραδοσιακό πολιτικό στόχο το όριο εισόδου στη Βουλή θα γινόταν κυβέρνηση. Ακόμη και όταν η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πια αδιαμφισβήτητη και η νίκη του προ των πυλών, πολλοί επικαλούνταν τον αξεπέραστο στόχο της αυτοδυναμίας για να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό τους ότι η ριζοσπαστική Αριστερά δεν είχε σοβαρές πιθανότητες να γίνει κυβέρνηση.

Αντίστοιχα, το Brexit θεωρήθηκε μια αιρετική επιλογή, η οποία, εξαιτίας της ταύτισής της με το ακραίο UKIP, δεν θα άγγιζε ποτέ τον μέσο ψηφοφόρο των παραδοσιακών κομμάτων. Η άρνηση απέναντι στην επικράτηση του λαϊκισμού συνεχίστηκε, με διαφορετική επιχειρηματολογία, όταν τελικά η αντισυστημική ψήφος κέρδισε.

Στη Βρετανία είναι διαδεδομένη η άποψη ότι το Brexit αποτελεί μία τόσο εξόφθαλμα κακή επιλογή, ώστε δεν θα συμβεί τελικά, αφού δεν το πιστεύουν ούτε εκείνοι που καλούνται να το φέρουν εις πέρας. Ενα επιχείρημα ταυτόσημο με το δικό μας εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ ότι «δεν θα κάνουν τελικά τίποτε απ’ όσα λένε».

Πράγματι, τόσο οι Brexiters όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα των υποσχέσεών τους και τις εγκατέλειψαν άρον άρον. Είχε προηγηθεί η υιοθέτηση και από τους δύο του περίφημου Plan B. Ηταν το υποτιθέμενο μυστικό όπλο με το οποίο τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι Brexiters θα επέβαλαν στην Ε.Ε. τα ανεδαφικά τους σχέδια: στην περίπτωση της Ελλάδας, δανειακή σύμβαση χωρίς μέτρα, ενώ στη Βρετανία, πρόσβαση στην ελεύθερη αγορά με κλειστά σύνορα.

Οταν, μάλιστα, οι προσδοκίες αυτές αποδείχθηκαν αβάσιμες, η κοινή γνώμη δεν φάνηκε να επηρεάζεται ιδιαίτερα, αντιθέτως αντιμετώπισε με μάλλον περιπαικτική διάθεση την επιβεβαίωση της αρχικής της πρόβλεψης, ότι δηλαδή «αυτά που λένε δεν γίνονται».

Στη χώρα μας, σχεδόν σε καθημερινή βάση, για κάθε ενέργεια του πρωθυπουργού υπάρχει και ένα βίντεο που τον εμφανίζει να βεβαιώνει με έμφαση ότι θα έκανε το ακριβώς αντίθετο. Στη Βρετανία, η φωτογραφία του λεωφορείου της καμπάνιας για το Brexit με την επιγραφή-υπόσχεση ότι η έξοδος θα έφερνε 350 εκατομμύρια λίρες την εβδομάδα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτελεί πλέον το σύμβολο διακωμώδησης των Brexiters. Η Βρετανία όχι μόνον δεν θα έχει κέρδος, αλλά υπολογίζεται ότι θα χρειαστεί να δανείζεται περίπου 230 εκατομμύρια λίρες εβδομαδιαίως μέσα στην επόμενη πενταετία για να αντιμετωπίσει το κόστος του Brexit. Η Ελλάδα πληρώνει ήδη με επιπλέον δανεικά την καταστροφική διαπραγμάτευση του 2015.

Παρ’ όλα αυτά, οι λαϊκιστές, έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού τον ορθόδοξο λόγο και πρακτική, φαίνεται να κινούνται σε γνώριμο και ασφαλές περιβάλλον όταν αντιμετωπίζουν την απαξίωση και να επιβιώνουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε ξανά τις εκλογές το 2015 και διατηρεί ισχυρές δυνάμεις στο εκλογικό σώμα, ενώ στη Βρετανία το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη πολιτική επιλογή.
Διχασμός

Αντιθέτως, το κλίμα είναι βαρύ για εκείνους που εχθρεύονται τον λαϊκισμό. Ανεξαρτήτως της κομματικής τους προτίμησης, όσοι βρέθηκαν απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ονομάστηκαν «φιλελέδες» – ο ελληνικός νεολογισμός, αντίστοιχος του όρου «liberal elite», με τον οποίο περιγράφονται στη Βρετανία όσοι προσπαθούν να σταματήσουν το Brexit. Αυτό το νέο δίπολο ανάμεσα στους λαϊκιστές, από τη μία, και στους υποστηρικτές των παραδοσιακών κομμάτων, από την άλλη, είναι κυρίαρχο και τις δύο χώρες. Δεν συμβαίνει απλά σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικό. Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ ή στο Brexit εξαιτίας του πρακτικού και άμεσου αντίκτυπου στις ζωές των ανθρώπων (κατάργηση ευρωπαϊκής ιθαγένειας, περιορισμοί πρόσβασης στον τραπεζικό σου λογαριασμό) αποκτά μια αναπάντεχη προσωπική διάσταση που φορτίζει χωρίς προηγούμενο τη δημόσια ζωή και στις δύο χώρες. Είναι το σημείο όπου η εξ ορισμού επιθετική ρητορική κομμάτων όπως το UKIP ή ο ΣΥΡΙΖΑ συναντά την οργή των αντιπάλων τους για το βαρύ τίμημα που επιφέρει σε συλλογικό και προσωπικό επίπεδο ο λαϊκισμός.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή (17/12/2017)

Standard

Καταστροφές και θρίαμβοι. Οι επτά κύκλοι της σύγχρονης ελληνικής Iστορίας
Εκδόσεις Παπαδόπουλος, τρίτη αναθεωρημένη έκδοση, 2016, Αθήνα, σελ. 327, τιμή 15 ευρώ

Το βιβλίο του Στάθη Καλύβα γράφτηκε στα αγγλικά, και ο τίτλος του στο πρωτότυπο είναι «Modern Greece: What everyone needs to know». Είναι δηλαδή, ένας σχετικά σύντομος οδηγός για ένα κοινό που δεν γνωρίζει την Ελλάδα, και θέλει να μάθει βασικά πράγματα σχετικά με την πρόσφατη ιστορία της χώρας. Ο συγγραφέας απαντά σε 77 ερωτήσεις που καλύπτουν τη σύγχρονη ελληνική ιστορία σε 327 σελίδες. Οι ερωταπαντήσεις ξεκινούν από την επανάσταση του ‘21, και φτάνουν στο σήμερα.

Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Νίκο Ρούσσο, με επιμέλεια του συγγραφέα. Ο πυκνός και καθαρός του λόγος δίνει στον αναγνώστη την αίσθηση ότι διαβάζει το πρωτότυπο, όχι τη μετάφραση. Ο δραματικός ελληνικός τίτλος «Καταστροφές και Θρίαμβοι», απευθύνεται στο εγχώριο κοινό, παραπέμποντας σε μια βαθύτερη ανάλυση των γεγονότων. Υποτίθεται πως οι Έλληνες δεν χρειάζονται οδηγό για την ιστορία τους. Εμείς τουλάχιστον γνωρίζουμε τα στοιχειώδη: Ποιοι και γιατί εξεγέρθηκαν το 1821; Τι προκάλεσε το στρατιωτικό πραξικόπημα του 1967; Πού στράβωσε το μνημόνιο;

Κι όμως, αν προσπαθήσουμε να απαντήσουμε τις ερωτήσεις ενός αμύητου συνομιλητή, θα αντιληφθούμε τα όρια της γνώσης μας. Έχουμε μία πολύ γενική ιδέα για όσα έχουν συμβεί, μονοδιάστατη, και συναισθηματικά φορτισμένη. Το ‘21 ήταν ο Παλαιών Πατρών Γερμανός, το ‘67 οι Αμερικάνοι, και το ‘11 η Μέρκελ. Στην αφήγησή μας, τα κρίσιμα και δύσκολα είναι τα «επιμέρους». Κυρίαρχοι είναι οι δραματικοί χαρακτήρες ή οι σκοτεινοί παράγοντες. Σύμφωνα με την επικρατούσα συλλογική αφήγηση, θρίαμβοι και καταστροφές οφείλονται, οι μεν πρώτοι στους Έλληνες, οι δεύτερες στους ξένους και τους αφελείς ή κακόβουλους συνεργάτες τους στο εσωτερικό. Ο Καλύβας προσπαθεί να εξηγήσει τι έχει συμβεί πέρα από αυτό το δίπολο.

Ειδικά στην περίπτωση της κρίσης, του έβδομου στη σειρά κύκλου καταστροφής-θριάμβου, ο συγγραφέας δίνει την πιο συγκροτημένη, αναλυτική και καθαρή παρουσίαση που έχω διαβάσει μέχρι σήμερα. Επειδή ακριβώς είναι πολύ δύσκολο να βρούμε συγκεντρωμένη την πληροφορία, οι περισσότεροι έχουμε μικρά ή μεγάλα κενά γνώσης. Επίσης, ίσως γιατί η προσδοκία όλων ήταν ότι η κρίση θα ήταν πρόσκαιρη, δυσκολευόμαστε να συλλάβουμε ότι έχουμε πια διανύσει σχεδόν μία δεκαετία, και επομένως το φαινόμενο, έτσι κι αλλιώς πολύπλοκο, πέρασε από πολλές και διαφορετικές φάσεις οι οποίες το διαμόρφωσαν.

Έξι συν ένας κύκλοι
Στο βιβλίο περιγράφονται ακόμη έξι κύκλοι καταστροφών και θριάμβων της ελληνικής ιστορίας. Ο συγγραφέας θεωρεί ότι ο απολογισμός της χώρας είναι θετικός, γεγονός που «διαφοροποιεί την Ελλάδα από πολλά σύγχρονα εκσυγχρονιστικά πειράματα του μετα-αποικιακού κόσμου». Ο δε ξένος παράγοντας μπορεί να υπήρξε και τα δύο: επιζήμιος για τα εθνικά συμφέροντα αλλά, κυρίως, καταλυτικός για την πρόοδο της χώρας.

Οι επιτυχίες μας δεν σημειώθηκαν σε πείσμα της Ευρώπης, αλλά αντιθέτως με τη συνδρομή της, όταν δυναμικές εγχώριες ηγεσίες συνέδεσαν τα μεγάλα στοιχήματα της Ελλάδας μαζί της. Και το έκαναν, παρά τη βαθιά και κορυφούμενη μαζί με τις κρίσεις εσωτερική δυσπιστία απέναντι στις εθνικές δυνατότητες της χώρας και τις προθέσεις των δυτικών μας συμμάχων.

Είναι λίγο μακρύ το παρακάτω απόσπασμα, αλλά ίσως αποτελεί ουσιαστικά τον πυρήνα του βιβλίου:

«Ποιος μπορούσε να φανταστεί το 1820 ότι θα αναδυόταν ένα σύγχρονο ελληνικό κράτος μέσα από την Οθωμανική Αυτοκρατορία; Ποιος μπορούσε να φανταστεί στα μέσα της δεκαετίας του 1840 ότι θα δημιουργούνταν σ’ αυτό το μάλλον αφιλόξενο περιβάλλον ένα κράτος ευρωπαϊκού τύπου και ένα συνεκτικό έθνος; Ποιος μπορούσε να φανταστεί μετά την πτώχευση και την ταπεινωτική ήττα του 1897 πως η Ελλάδα θα ανέκαμπτε και θα θριάμβευε μέσα σε μόλις 15 χρόνια; Ποιος μπορούσε να φανταστεί στο μέσο της Μικρασιατικής Καταστροφής, πως η χώρα θα κατάφερνε να ενσωματώσει με επιτυχία τα κύματα των κατεστραμμένων προσφύγων; Ποιος μπορούσε να φανταστεί στα τέλη της δεκαετίας του 1940 πως η ρημαγμένη από τους πολέμους Ελλάδα θα ξέφευγε από τη φτώχεια και θα πετύχαινε ένα επίπεδο ευημερίας πέρα από κάθε φαντασία; Τέλος, ποιος άραγε θα φανταζόταν στις αρχές της δεκαετίας του 1970 ότι η Ελλάδα θα μεταμορφωνόταν σε μία σταθερή φιλελεύθερη δημοκρατία; Με το ίδιο σκεπτικό, πόσοι άραγε πιστεύουν σήμερα ότι η Ελλάδα μπορεί να γίνει μια πετυχημένη και παραγωγική ευρωπαϊκή οικονομία; Η απάντηση παραμένει σταθερά η ίδια: ελάχιστοι».

Η αισιοδοξία
Ο έβδομος κύκλος παραμένει ανοιχτός, και εδώ το βιβλίο αγγίζει ένα πολύ μεγάλο και βαθύ χαρακτηριστικό της δημόσιας συζήτησης στη διάρκεια της κρίσης: την αισιοδοξία, ειδικά σε εποχές που ελάχιστοι πιστεύουν ότι συντρέχουν λόγοι για να αισιοδοξεί κανείς.

Γύρω από αυτόν τον τρόπο ανάγνωσης της πραγματικότητας, η Ελλάδα σήμερα διχάζεται. Η αισιοδοξία δεν αφορά μόνο τις ηγεσίες που περιγράφει ο Καλύβας, αλλά και τις κοινωνικές ομάδες που συνασπίζονται γύρω τους, υιοθετώντας τη θετική τους αφήγηση. Ένα κομμάτι της κοινωνίας ταυτίζεται με τους στόχους των ελίτ, χωρίς υποχρεωτικά να ανήκει σε αυτές. Στην περίπτωση της κρίσης, πιστεύει πράγματι ότι το μνημόνιο είναι λύση, και εμπιστεύεται την πολιτική τάξη της χώρας για να το φέρει εις πέρας.

Η αφήγηση αυτή προβάλλει ως θετικό τον απολογισμό και της σύγχρονης Ελλάδας. Οι καλές μέρες της χώρας δεν ανήκουν μόνο σε μία μακρινή περίοδο, χρονικά απροσδιόριστη και αποσυνδεδεμένη από τις ενέργειες της πολιτικής τάξης. Αντιθέτως, όσοι υιοθετούν αυτή την αισιόδοξη σκοπιά για τη χώρα μας, μιλάνε, για παράδειγμα, υπέρ του Σημίτη και την ένταξη στο ευρώ ή υπερασπίζονται την ανάκαμψη της οικονομίας επί Σαμαρά-Βενιζέλου.

Ο λόγος αυτός, επειδή ακριβώς υποστηρίζει το σύστημα σε μία εποχή γενικευμένου αντισυστημισμού, είναι αιρετικός. Στο καλό σενάριο εκλαμβάνεται ως απλώς ανεδαφικός. Ο όρος «Φιλελέδες» ή «Μένουμευρωπαίοι», δεν είναι κατά βάση ένας επιθετικός όρος, αλλά περιπαικτικός. Η αισιοδοξία θεωρείται έλλειψη σύνδεσης με την πραγματικότητα. Αν στην Ελλάδα υποστηρίξεις ότι τα πράγματα βελτιώνονται, αυτομάτως θεωρείσαι αιθεροβάμων, κάτοικος εξωτερικού ή άλλου πλανήτη.

Στην πιο επιθετική του εκδοχή, ο όρος«φιλελές» περιγράφει έναν ελιτιστή που δεν έχει βιώσει τον πόνο του βιοπαλαιστή, γι’αυτό και δεν τον καταλαβαίνει. Ακόμη χειρότερα, του ζητάει από πάνω και τα ρέστα, θεωρώντας υπεύθυνο για την κρίση τον «απλό λαό». Οι Μένουμευρωπαίοι, όταν ακούνε για τις δυσκολίες του κοσμάκη, μένουν ατάραχοι και μοιράζουν μεταρρυθμίσεις σαν να ήταν πεντεσπάνι.

Ο όρος σταδιακά φορτίζεται, και φτάνει στην πιο άγρια εκδοχή του, αυτή του γερμανοτσολιά. Εφόσον οι φιλελέδες θεωρούν ότι το 2014 είχε βρεθεί λύση, αυτομάτως εγκρίνουν, χωρίς ενστάσεις, και τη μέθοδο, και επομένως τον βασανισμό των Ελλήνων από τους «γκαουλάιτερ».

Η αναλογία έξι προς δέκα του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος δεν είναι απλά το αποτέλεσμα μίας αναμέτρησης. Αντιθέτως, την έχουν βιώσει στις συναναστροφές τους, όσοι άρθρωσαν θετικό λόγο για τη σύγχρονη Ελλάδα και τις επιλογές της. Αν είναι τυχεροί, απλώς θα τους δουλέψουν για την αφέλεια τους. Αν το πράγμα σοβαρέψει, θα ακούσουν μία-δύο χοντράδες για τον ελιτισμό τους. Αν στο τραπέζι είναι και κάποιος εξαγριωμένος, τότε η συζήτηση θα εκτροχιαστεί. Ο ακραία επιθετικός λόγος στη Βουλή ή την τηλεόραση αντανακλά τον διχασμό της κοινωνίας. Δεν μας επιβάλλουν οι πολιτικοί τη ρητορική τους, αλλά βιώνουν και οι ίδιοι το διχαστικό κλίμα, και οι πιο ανεύθυνοι από αυτούς το ενισχύουν, προκειμένου να γίνουν κολαούζοι του πλειοψηφικού ρεύματος.

Η σύγκρουση
Είναι πολύ μικρό το βιβλίο για να χωρέσει τον πολύπλοκο τρόπο που οι κρίσεις βιώθηκαν από την ελληνική κοινωνία και τις πολιτικές της ηγεσίες μέσα στον χρόνο. Χρειάζονται περισσότερες σελίδες, και μία προσέγγιση άλλου είδους, για να μάθουμε τι ένιωθε και έλεγε ο κόσμος, ποιες ήταν οι κυρίαρχες αφηγήσεις, οι διχασμοί μέσα στις κοινωνικές ομάδες, τις οικογένειες.

Παρόλα αυτά, ως οι πρωταγωνιστές του έβδομου κύκλου, διαβάζοντας την ιστορία του Καλύβα, νιώθουμε ότι παραλάβαμε και συνεχίζουμε μία αφήγηση αδιάκοπη από την ίδρυση του κράτους μας μέχρι σήμερα. Όπως λέει ο συγγραφέας: «η ιστορική πορεία της σύγχρονης Ελλάδας χαρακτηρίζεται από την παρουσία και δράση φιλόδοξων και κοσμοπολίτικων ηγετικών ομάδων που άρθρωναν και προέβαιναν σε μεγαλεπήβολα εκσυγχρονιστικά επιχειρήματα, τα οποία αργά ή γρήγορα συγκρούονταν με την πραγματικότητα, θέτοντας σε δοκιμασία τους ανθρώπινους και υλικούς πόρους της χώρας».

Διαβάζοντας κανείς αυτές τις γραμμές, νιώθει ότι όπως ακριβώς η παγκόσμια οικονομική κρίση μας βρήκε ανέτοιμους για τους δικούς μας λόγους, έτσι και η στοχοποίηση των πολιτικών ελίτ στη δύση, έχουν χτυπήσει πολύ ευαίσθητες χορδές στην Ελλάδα. Έφεραν δηλαδή στο προσκήνιο μία σύγκρουση η οποία, παρά τις μεταλλάξεις της κοινωνίας μας, ουσιαστικά δεν μας έχει αφήσει από τη στιγμή που ιδρύσαμε το κράτος μας.
Αρχική δημοσίευση: Ηπειρωτικός Αγών

Books

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΜΕ ΤΟΥΣ ΦΙΛΕΛΕΔΕΣ

Image
Greece, Newsletter

Ο καινουργιος δισκος του Λαλιωτη

Ο Λαλιώτης είναι σαν τον Ντέιβιντ Μπάουι. Ενώ το μπαμ στην καριέρα του έγινε σαράντα χρόνια πριν, έφτασε στο απόγειο του σεβασμού στα late 90s -και μάλιστα με άνοιγμα σε επιλογές που οι παραδοσιακοί οπαδοί ουδέποτε συγχώρησαν (βλέπε Σημίτης)- ξαφνικά βγάζει τον τοπ δίσκο της πιάτσας, ένα ατόφιο διαμάντι, μία δουλειά που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει στα 30 του.

Αν διαβάσει κανείς το κείμενό του, νομίζει ότι ο Μητσοτάκης πήγε να καταστρέψει τη χώρα μέσα σε τρία χρόνια, αλλά την έσωσε ο Ανδρέας. Για ένα δευτερόλεπτο, ξεχνάς ότι κυβέρνησαν με άλλη σειρά. Δεν είναι το μοναδικό παράδοξο του κειμένου. Όλες οι πολιτικές βεβαιότητες στις οποίες η χώρα κατέληξε μετά από πολλά χρόνια, ανατρέπονται. Ο Τσοβόλας επιτομή του λαϊκιστή πολιτικού, έχει πέσει θύμα λαϊκισμού ο ίδιος. Το «Τσοβόλα δώστα όλα» αποτελεί ένα φθηνό τρικ των πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ, ένα ισοπεδωτικό ξεσκαρτάρισμα μίας φράσης από μία ομιλία στην οποία ο Ανδρέας περιέγραψε τις βάσεις της μετέπειτα σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας.

Ακόμη πιο παράδοξος και ευρηματικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λαλιώτης παρουσιάζει στο κοινό τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του. Τα άγνωστα ντοκουμέντα που έρχονται επιτέλους στο φως, για να αποδείξουν την ελληνική χρεοκοπία πολύ πριν τον Ανδρέα, έχουν ήδη δημοσιευθεί με πηχυαίους πρωτοσέλιδους τίτλους σε εφημερίδες της εποχής. Κανείς όμως δεν ενοχλείται από την αντίφαση, αντιθέτως το τρικ εξυπηρετεί μοναδικά την επαναστατική και φρέσκια αφήγηση του Λαλιώτη. To ανάθεμα στον Ανδρέα είναι πια τόσο ανέξοδο και της μοδός· το σύστημα έχει θάψει την αλήθεια που κάποτε έλαμπε στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων.

Με το κείμενο του Λαλιώτη, το λαϊκό ΠΑΣΟΚ παίρνει την εκδίκησή του, τόσο από τους εκσυγχρονιστές συντρόφους, για τους οποίους η αποκήρυξη του Ανδρέα είναι η απελευθερωτική απόδοση των διαπιστευτηρίων τους στο μοντέρνο κέντρο, όσο και από τη στεγνή καρικατούρα του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ του.

Οι πραγματικά μεγάλες επιτυχίες του δίσκου όμως, αυτές που θα κυκλοφορούσαν και ως singles για το προμοτάρισμα του, στηρίζονται σε μία κλασική, πιασάρικη συνταγή: εμπλέκουν τους ξένους.

Πρώτον, ο Ανδρέας είχε προβλέψει την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων με ευθύνη των Γερμανών. Δεν υπάρχουν «ναι μεν αλλά» και αστερίσκοι, το μνημόνιο δεν είναι 70% σωστό, ούτε αναγκαίο κακό. Το ΠΑΣΟΚ ήταν πριν απ’ όλους, είναι ακόμη, και θα είναι πάντα εναντίον της γερμανικής κυριαρχίας, τελεία και παύλα.

Δεύτερον, την εποχή που η Μεγάλη Βρετανία έπεφτε θύμα του Σόρος, ο Ανδρέας έδινε ένα γερό μάθημα στον κερδοσκόπο. Εδώ ο Λαλιώτης αγγίζει μία πολύ ευαίσθητη χορδή του έθνους, εκείνη που περιγράφει τον Έλληνα ως τον καπάτσο Δαβίδ που κερδίζει τον Γολιάθ. Μετά τις απανωτές μπάτσες από τους Σόιμπλε, Ντάισελμπλουμ και δεν συμμαζεύεται, το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τους μεγάλους και μάλιστα στην έδρα τους.  

Αν ο Λαλιώτης είναι ο Ντέιβιντ Μπάουι του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας είναι ο Έλβις. Για ένα μεγάλο μέρος των οπαδών του δεν έχει πεθάνει ποτέ. Όποιος ήταν πραγματικά με τον Ανδρέα, ξέρει πολύ καλά πως ένα πλάνο ή απλώς ο ήχος της φωνής του, είναι αρκετά για να τον κάνουν να σαστίσει και να σταματήσει οτιδήποτε άλλο κάνει εκείνη τη στιγμή. Είναι ο μεγάλος πατέρας, και ο Λαλιώτης υπήρξε ο υιός του. Είναι ακόμη ο απεσταλμένος του σε αυτόν τον κόσμο, αυτός που θα φορτωθεί στην πλάτη του τα δικά μας αμαρτήματά που μάθαμε τώρα όλοι να τα χρεώνουμε στον Ανδρέα.

Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να είναι πραγματικά το κόμμα του μέλλοντος, δεν χρειάζεται κανέναν Καμίνη. Στην εποχή της τεχνολογίας, ο αρχηγός μπορεί να είναι βίντεο στο facebook και post με αποσπάσματα από ομιλίες του. Έτσι κι αλλιώς, ο πρόεδρος τα έχει πει όλα, και είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Μπορεί να ακούγεται εξωπραγματικό ως σενάριο, αλλά αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να το καταφέρει είναι ο Λαλιώτης. Άντε, να του δώσουμε και τον Μπιρσίμ.

Standard