Greece

Ο Μαγκουφης κι ο Σημιτης

Ας δούμε ποια είναι η κυρίαρχη αφήγηση στη χώρα μας για τον ΣΥΡΙΖΑ. Υπήρξε ένα παραδοσιακά μικρό, αριστερό κόμμα που εξαιτίας της κρίσης, μεγάλωσε και αντικατέστησε το ΠΑΣΟΚ.

Σύμφωνοι, ο Σκουρλέτης δεν έχει σχέση με τον Γιαννίτση. Μήπως όμως είχε με τον Λυκούδη; Είχε σχέση ο Σημίτης με τον Κουρή; Όση η Δάφνη με τη Μιμή. Ο Αγγελόπουλος με τον Λαζόπουλο, για να αντιπαραβάλλουμε τους καλλιτέχνες που συνομιλούσαν με την κυβέρνηση Σημίτη με τους συνομιλητές του σημερινού πρωθυπουργού. Αν το εκλογικό μας σύστημα ήταν πλειοψηφικό, όλοι οι παραπάνω, είτε ως ψηφοφόροι είτε ως υποψήφιοι, θα ήταν στο ίδιο κόμμα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους Εργατικούς στην Αγγλία.

Ο Άδωνις Γεωργιάδης, τον οποίο οι απανταχού αντί-ΣΥΡΙΖΑ βάζουν στο youtube, εναλλάξ με Βενιζέλο στο vimeo, για να ξεθυμάνουν με ανελέητο μαστίγωμα Συριζαίων χωρίς παύσεις και σαρδάμ, το έχει πει πολλές φορές: η μεγαλύτερη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως ο κόσμος δεν θα ψηφίσει ποτέ ξανά αριστερά. Πολλοί ΠΑΣΟΚοι ή Ποταμίσιοι ή όπως τέλος πάντων θα ονομαστούν στο τέλος, τον ακούνε και σκέφτονται «πες τα Χρυσόστομε». Ίσως να ξεχνάνε πως η θεωρία Γεωργιάδη περιλαμβάνει και τους ίδιους. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά γενική ομολογία ο διάδοχος του ΠΑΣΟΚ, γιατί ο κόσμος να τους διαχωρίσει στη συνείδηση του; Νομίζουν οι κεντρώοι του ΠΑΣΟΚ ότι όλοι συμμερίζονται το μένος τους για τον ΣΥΡΙΖΑ; Ένας φίλος, ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας, μου έγραψε πριν λίγες μέρες: Οι ΠΑΣΟΚοι μας τάραξαν για χρόνια στον λαϊκισμό. Ήρθε μετά ο Τσίπρας και αντί να φωνάζουμε εμείς, φωνάζουν πάλι αυτοί.

Η μεγαλύτερη παγίδα για τον χώρο της κεντροαριστεράς είναι η αντίληψή της πως η δική της αποστροφή για τον Τσίπρα είναι αρκετή για διαχωρίσει τη θέση της από εκείνον. Οι ίδιοι μπορεί να μισούν τον Βαρουφάκη, τον Παππά και το κακό συναπάντημα, αλλά το μήνυμα που περνάνε σε πολλούς είναι ότι απλώς αποστρέφονται μία εκδοχή του δικού τους ιδεολογικού χώρου, και κατά συνέπεια και τους ψηφοφόρους του. Αυτή η αποστροφή είναι αμοιβαία και διαχρονική. Το 1996 ο βουλευτής Τρικάλων Μαγκούφης είχε αποκαλέσει τον Σημίτη πολιτικό νάνο. Στη δήλωση αυτή συμπυκνώθηκε αυτοστιγμεί ο συμβολισμός της μάχης των εκσυγχρονιστών να επιβληθούν στο λαϊκό ΠΑΣΟΚ. Ο Μαγκούφης διεγράφη, αλλά επέστρεψε το 2000. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σημίτης ανέθετε στον Κίμωνα Κουλούρη κυβερνητικό ρόλο, όχι για να κάνει έργο, αλλά για να συνομιλήσει ξανά με ένα εκλογικό σώμα που περιέγραφε πια το ΠΑΣΟΚ ως κλεισμένο σε γυάλα και ελιτίστικο. Ο Σημίτης υπήρξε πετυχημένος γιατί μπόρεσε με κόπο, συμβιβασμούς, και εκπτώσεις να συνομιλήσει με ένα κόμμα, και μία εκλογική βάση στην οποία δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής με τον τρόπο που αγαπήθηκε ο Ανδρέας.

Η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ είναι εύκολη, γιατί ο ίδιος είναι ένα εύκολο θύμα. Η παροιμιώδης ανεπάρκεια και οι κραυγαλέες αντιφάσεις, κρύβουν όμως μία παγίδα. Είναι τόσο διάτρητες, αβίαστα καταρριπτέες, ώστε τοποθετούν όσους αριστερούς τον εχθρεύονται σε ένα θανάσιμο καθεστώς αυταρέσκειας: να ρίχνουν δηλαδή ξανά και ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ στα σχοινιά, χωρίς οι ίδιοι να χάνουν την αριστερή τους ταυτότητα, και να νομίζουν έτσι ότι εγκαθιδρύουν την υπεροχή τους.

Στην πραγματικότητα, όταν χτυπάς τον Μαγκούφη στο τέλος τις τρώει και ο Σημίτης. Ίσως σε αυτή την αλληλουχία να κρύβεται η θανατηφόρα συνταγή που ακολουθούν τα τελευταία χρόνια τα κεντροαριστερά κόμματα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η αδυναμία να συνομιλήσουν με ένα μεγάλο τμήμα του δικού τους εκλογικού κοινού, με τον τρόπο που γνώριζαν εδώ και δεκαετίες.

Δημοσίευση: Μεταρρύθμιση

Advertisements
Standard
Greece

Λευτεριας λιπασμα οι Εσθονοι

Το 1999, στο γήπεδο της Λιμνοπούλας, αγωνίστηκα με τα χρώματα του Πύρρου Ιωαννίνων, στη Β’ Ερασιτεχνική. Στην ομάδα μας, μερικά χρόνια πριν, είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, ο Γιώργος Κάκος, μετέπειτα παίκτης του ΠΑΣ Γιάννενα, και προσωπικός φρουρός του Τζιοβάνι, στο ματς Ολυμπιακός-ΠΑΣ.

Continue reading

Standard
Brexit

Η κοινη αντισυστημικη ρητορικη του ΣΥΡΙΖΑ και των Brexiters

Στις 5 Ιουλίου του 2016 ο Νάιτζελ Φάρατζ ρωτήθηκε για τη δύσκολη θέση στην οποία έχει περιέλθει η χώρα του μετά το Brexit. «Οντως, το δημοψήφισμα έχει προκαλέσει αναστάτωση και χάος στο βρετανικό πολιτικό σύστημα και αυτό είναι καλό πράγμα», απάντησε με το πλατύ του χαμόγελο ο τότε αρχηγός του UKIP.

Δύο μέρες αργότερα και ενώ στην Ελλάδα συζητούσαμε τα σχέδια του ΣΥΡΙΖΑ για αλλαγή του εκλογικού νόμου, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε μία φράση του Μάο προκειμένου να σχολιάσει την αγωνία των κομμάτων για παρερμηνεία του Συντάγματος: «Μεγάλη αναταραχή, θαυμάσια κατάσταση».

Είναι αυτή ακριβώς η κοινή αντισυστημική ρητορική που συνδέει τόσο ανάγλυφα την ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά με την ξενοφοβική Δεξιά στη Βρετανία. Και όπως ακριβώς κόμματα με ελάχιστη σχέση μεταξύ τους ταυτίζονται μέσω του λαϊκισμού, έτσι και πολιτικά συστήματα πολύ διαφορετικά, όπως το ελληνικό και το βρετανικό, ακολουθούν πορεία με εντυπωσιακά όμοιους σταθμούς.

Η άρνηση

Το 2010 κανείς στην Ελλάδα δεν μπορούσε να προβλέψει ότι ένα κόμμα με παραδοσιακό πολιτικό στόχο το όριο εισόδου στη Βουλή θα γινόταν κυβέρνηση. Ακόμη και όταν η κυριαρχία του ΣΥΡΙΖΑ ήταν πια αδιαμφισβήτητη και η νίκη του προ των πυλών, πολλοί επικαλούνταν τον αξεπέραστο στόχο της αυτοδυναμίας για να τεκμηριώσουν τον ισχυρισμό τους ότι η ριζοσπαστική Αριστερά δεν είχε σοβαρές πιθανότητες να γίνει κυβέρνηση.

Αντίστοιχα, το Brexit θεωρήθηκε μια αιρετική επιλογή, η οποία, εξαιτίας της ταύτισής της με το ακραίο UKIP, δεν θα άγγιζε ποτέ τον μέσο ψηφοφόρο των παραδοσιακών κομμάτων. Η άρνηση απέναντι στην επικράτηση του λαϊκισμού συνεχίστηκε, με διαφορετική επιχειρηματολογία, όταν τελικά η αντισυστημική ψήφος κέρδισε.

Στη Βρετανία είναι διαδεδομένη η άποψη ότι το Brexit αποτελεί μία τόσο εξόφθαλμα κακή επιλογή, ώστε δεν θα συμβεί τελικά, αφού δεν το πιστεύουν ούτε εκείνοι που καλούνται να το φέρουν εις πέρας. Ενα επιχείρημα ταυτόσημο με το δικό μας εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ ότι «δεν θα κάνουν τελικά τίποτε απ’ όσα λένε».

Πράγματι, τόσο οι Brexiters όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ βρέθηκαν αντιμέτωποι με τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα των υποσχέσεών τους και τις εγκατέλειψαν άρον άρον. Είχε προηγηθεί η υιοθέτηση και από τους δύο του περίφημου Plan B. Ηταν το υποτιθέμενο μυστικό όπλο με το οποίο τόσο ο ΣΥΡΙΖΑ όσο και οι Brexiters θα επέβαλαν στην Ε.Ε. τα ανεδαφικά τους σχέδια: στην περίπτωση της Ελλάδας, δανειακή σύμβαση χωρίς μέτρα, ενώ στη Βρετανία, πρόσβαση στην ελεύθερη αγορά με κλειστά σύνορα.

Οταν, μάλιστα, οι προσδοκίες αυτές αποδείχθηκαν αβάσιμες, η κοινή γνώμη δεν φάνηκε να επηρεάζεται ιδιαίτερα, αντιθέτως αντιμετώπισε με μάλλον περιπαικτική διάθεση την επιβεβαίωση της αρχικής της πρόβλεψης, ότι δηλαδή «αυτά που λένε δεν γίνονται».

Στη χώρα μας, σχεδόν σε καθημερινή βάση, για κάθε ενέργεια του πρωθυπουργού υπάρχει και ένα βίντεο που τον εμφανίζει να βεβαιώνει με έμφαση ότι θα έκανε το ακριβώς αντίθετο. Στη Βρετανία, η φωτογραφία του λεωφορείου της καμπάνιας για το Brexit με την επιγραφή-υπόσχεση ότι η έξοδος θα έφερνε 350 εκατομμύρια λίρες την εβδομάδα στο Εθνικό Σύστημα Υγείας αποτελεί πλέον το σύμβολο διακωμώδησης των Brexiters. Η Βρετανία όχι μόνον δεν θα έχει κέρδος, αλλά υπολογίζεται ότι θα χρειαστεί να δανείζεται περίπου 230 εκατομμύρια λίρες εβδομαδιαίως μέσα στην επόμενη πενταετία για να αντιμετωπίσει το κόστος του Brexit. Η Ελλάδα πληρώνει ήδη με επιπλέον δανεικά την καταστροφική διαπραγμάτευση του 2015.

Παρ’ όλα αυτά, οι λαϊκιστές, έχοντας εγκαταλείψει προ πολλού τον ορθόδοξο λόγο και πρακτική, φαίνεται να κινούνται σε γνώριμο και ασφαλές περιβάλλον όταν αντιμετωπίζουν την απαξίωση και να επιβιώνουν. Ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε ξανά τις εκλογές το 2015 και διατηρεί ισχυρές δυνάμεις στο εκλογικό σώμα, ενώ στη Βρετανία το Brexit εξακολουθεί να αποτελεί κυρίαρχη και αδιαμφισβήτητη πολιτική επιλογή.
Διχασμός

Αντιθέτως, το κλίμα είναι βαρύ για εκείνους που εχθρεύονται τον λαϊκισμό. Ανεξαρτήτως της κομματικής τους προτίμησης, όσοι βρέθηκαν απέναντι στον ΣΥΡΙΖΑ ονομάστηκαν «φιλελέδες» – ο ελληνικός νεολογισμός, αντίστοιχος του όρου «liberal elite», με τον οποίο περιγράφονται στη Βρετανία όσοι προσπαθούν να σταματήσουν το Brexit. Αυτό το νέο δίπολο ανάμεσα στους λαϊκιστές, από τη μία, και στους υποστηρικτές των παραδοσιακών κομμάτων, από την άλλη, είναι κυρίαρχο και τις δύο χώρες. Δεν συμβαίνει απλά σε πολιτικό επίπεδο, αλλά και σε κοινωνικό. Η ψήφος στον ΣΥΡΙΖΑ ή στο Brexit εξαιτίας του πρακτικού και άμεσου αντίκτυπου στις ζωές των ανθρώπων (κατάργηση ευρωπαϊκής ιθαγένειας, περιορισμοί πρόσβασης στον τραπεζικό σου λογαριασμό) αποκτά μια αναπάντεχη προσωπική διάσταση που φορτίζει χωρίς προηγούμενο τη δημόσια ζωή και στις δύο χώρες. Είναι το σημείο όπου η εξ ορισμού επιθετική ρητορική κομμάτων όπως το UKIP ή ο ΣΥΡΙΖΑ συναντά την οργή των αντιπάλων τους για το βαρύ τίμημα που επιφέρει σε συλλογικό και προσωπικό επίπεδο ο λαϊκισμός.

Δημοσιεύθηκε στην Καθημερινή (17/12/2017)

Standard