Greece, Newsletter

Ο καινουργιος δισκος του Λαλιωτη

Ο Λαλιώτης είναι σαν τον Ντέιβιντ Μπάουι. Ενώ το μπαμ στην καριέρα του έγινε σαράντα χρόνια πριν, έφτασε στο απόγειο του σεβασμού στα late 90s -και μάλιστα με άνοιγμα σε επιλογές που οι παραδοσιακοί οπαδοί ουδέποτε συγχώρησαν (βλέπε Σημίτης)- ξαφνικά βγάζει τον τοπ δίσκο της πιάτσας, ένα ατόφιο διαμάντι, μία δουλειά που θα μπορούσε να έχει κυκλοφορήσει στα 30 του.

Αν διαβάσει κανείς το κείμενό του, νομίζει ότι ο Μητσοτάκης πήγε να καταστρέψει τη χώρα μέσα σε τρία χρόνια, αλλά την έσωσε ο Ανδρέας. Για ένα δευτερόλεπτο, ξεχνάς ότι κυβέρνησαν με άλλη σειρά. Δεν είναι το μοναδικό παράδοξο του κειμένου. Όλες οι πολιτικές βεβαιότητες στις οποίες η χώρα κατέληξε μετά από πολλά χρόνια, ανατρέπονται. Ο Τσοβόλας επιτομή του λαϊκιστή πολιτικού, έχει πέσει θύμα λαϊκισμού ο ίδιος. Το «Τσοβόλα δώστα όλα» αποτελεί ένα φθηνό τρικ των πολιτικών αντιπάλων του ΠΑΣΟΚ, ένα ισοπεδωτικό ξεσκαρτάρισμα μίας φράσης από μία ομιλία στην οποία ο Ανδρέας περιέγραψε τις βάσεις της μετέπειτα σωτηρίας της ελληνικής οικονομίας.

Ακόμη πιο παράδοξος και ευρηματικός είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Λαλιώτης παρουσιάζει στο κοινό τα στοιχεία που τεκμηριώνουν τους ισχυρισμούς του. Τα άγνωστα ντοκουμέντα που έρχονται επιτέλους στο φως, για να αποδείξουν την ελληνική χρεοκοπία πολύ πριν τον Ανδρέα, έχουν ήδη δημοσιευθεί με πηχυαίους πρωτοσέλιδους τίτλους σε εφημερίδες της εποχής. Κανείς όμως δεν ενοχλείται από την αντίφαση, αντιθέτως το τρικ εξυπηρετεί μοναδικά την επαναστατική και φρέσκια αφήγηση του Λαλιώτη. To ανάθεμα στον Ανδρέα είναι πια τόσο ανέξοδο και της μοδός· το σύστημα έχει θάψει την αλήθεια που κάποτε έλαμπε στην πρώτη σελίδα των εφημερίδων.

Με το κείμενο του Λαλιώτη, το λαϊκό ΠΑΣΟΚ παίρνει την εκδίκησή του, τόσο από τους εκσυγχρονιστές συντρόφους, για τους οποίους η αποκήρυξη του Ανδρέα είναι η απελευθερωτική απόδοση των διαπιστευτηρίων τους στο μοντέρνο κέντρο, όσο και από τη στεγνή καρικατούρα του Τσίπρα και του ΣΥΡΙΖΑ του.

Οι πραγματικά μεγάλες επιτυχίες του δίσκου όμως, αυτές που θα κυκλοφορούσαν και ως singles για το προμοτάρισμα του, στηρίζονται σε μία κλασική, πιασάρικη συνταγή: εμπλέκουν τους ξένους.

Πρώτον, ο Ανδρέας είχε προβλέψει την Ευρώπη των δύο ταχυτήτων με ευθύνη των Γερμανών. Δεν υπάρχουν «ναι μεν αλλά» και αστερίσκοι, το μνημόνιο δεν είναι 70% σωστό, ούτε αναγκαίο κακό. Το ΠΑΣΟΚ ήταν πριν απ’ όλους, είναι ακόμη, και θα είναι πάντα εναντίον της γερμανικής κυριαρχίας, τελεία και παύλα.

Δεύτερον, την εποχή που η Μεγάλη Βρετανία έπεφτε θύμα του Σόρος, ο Ανδρέας έδινε ένα γερό μάθημα στον κερδοσκόπο. Εδώ ο Λαλιώτης αγγίζει μία πολύ ευαίσθητη χορδή του έθνους, εκείνη που περιγράφει τον Έλληνα ως τον καπάτσο Δαβίδ που κερδίζει τον Γολιάθ. Μετά τις απανωτές μπάτσες από τους Σόιμπλε, Ντάισελμπλουμ και δεν συμμαζεύεται, το ΠΑΣΟΚ κερδίζει τους μεγάλους και μάλιστα στην έδρα τους.  

Αν ο Λαλιώτης είναι ο Ντέιβιντ Μπάουι του ΠΑΣΟΚ, ο Ανδρέας είναι ο Έλβις. Για ένα μεγάλο μέρος των οπαδών του δεν έχει πεθάνει ποτέ. Όποιος ήταν πραγματικά με τον Ανδρέα, ξέρει πολύ καλά πως ένα πλάνο ή απλώς ο ήχος της φωνής του, είναι αρκετά για να τον κάνουν να σαστίσει και να σταματήσει οτιδήποτε άλλο κάνει εκείνη τη στιγμή. Είναι ο μεγάλος πατέρας, και ο Λαλιώτης υπήρξε ο υιός του. Είναι ακόμη ο απεσταλμένος του σε αυτόν τον κόσμο, αυτός που θα φορτωθεί στην πλάτη του τα δικά μας αμαρτήματά που μάθαμε τώρα όλοι να τα χρεώνουμε στον Ανδρέα.

Αν το ΠΑΣΟΚ θέλει να είναι πραγματικά το κόμμα του μέλλοντος, δεν χρειάζεται κανέναν Καμίνη. Στην εποχή της τεχνολογίας, ο αρχηγός μπορεί να είναι βίντεο στο facebook και post με αποσπάσματα από ομιλίες του. Έτσι κι αλλιώς, ο πρόεδρος τα έχει πει όλα, και είναι πιο επίκαιρος από ποτέ. Μπορεί να ακούγεται εξωπραγματικό ως σενάριο, αλλά αν υπάρχει ένας άνθρωπος που μπορεί να το καταφέρει είναι ο Λαλιώτης. Άντε, να του δώσουμε και τον Μπιρσίμ.

Standard
Greece

Μην εισαι ανοητος, αφου τα εχουμε πει

Όσοι διαβάζουν τα βιβλία του Κουφοντίνα ή βλέπουν τις συνεντεύξεις μετανοημένων μελών των Ερυθρών Ταξιαρχιών, νιώθουν περιέργεια και δέος. Προσπαθούν να καταλάβουν πώς οι ανθρωπιστικές αξίες ενός ιδεολόγου, τον οδηγούν να κρατάει όπλο και να παραμονεύει τον συνάνθρωπό του. Απεχθάνονται την πολιτική βία όταν είναι τυφλή, αλλά τους εξιτάρει όταν σημαδεύει τον κακό. Διαφωνούν για τον Μπακογιάννη, αλλά δεν μπορούν να πουν το ίδιο για τον Μπάμπαλη και τον Μάλλιο.

Η ευρωπαϊκή τρομοκρατία είναι λίγο σαν τον ευρωπαϊκό κινηματογράφο. Για πιο ψαγμένους. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ακούγονται σαν τίτλος συγκροτήματος, τις είχε και ο Τζο Στράμερ τυπωμένες στην μπλούζα του. Στα τέλη του 2011, η Tate Modern στο Λονδίνο φιλοξενούσε τα φοβερά πορτρέτα της Μάινχοφ από τον Γκέρχαρντ Ρίχτερ. Η ιστορία του δολοφονημένου σταθμάρχη της CIA είναι λίγο σέπια, με φωτογραφίες από παλιακά αυτοκίνητα πριν από το πανκ, και έχει μέσα τον Σάρτρ και τη Λιμπερασιόν. Μια από τις πλέον ιστορικές και σοβαρές εφημερίδες, η Ελευθεροτυπία, 30 χρόνια μετά τη δολοφονία του Ρίτσαρντ Γουέλς, είχε γράψει ότι ο σταθμάρχης δεν ήταν και τόσο αθώος, όσο μας τον παρουσίαζαν. Και το Εθνικό Θέατρο, πέρσι θέλησε να ανεβάσει το βιβλίο του Σάββα Ξηρού. Βάλτε σε κάτι από όλα τα παραπάνω τη Χρυσή Αυγή. Δεν χωράει πουθενά.

Δεν χρειάζεται να ψάξουμε σε δήθεν σκοτεινά υπόγεια του Μαξίμου για να ανακαλύψουμε τη αμφιθυμία της αριστεράς προς την τρομοκρατία. Πριν λίγες μέρες διάβασα το εξής σχόλιο στο facebook: «Έτσι ξεκινάει η επανάσταση σύντροφοι; Με βόμβες; Στα ύπουλα; Πάλι τα ίδια;». Μέσα σε λίγες γραμμές συμπυκνώνει όλη τη στάση της αριστεράς. «Λέτε πως είστε σύντροφοι, αλλά δεν είστε. Η επανάσταση ξεκινάει με άλλον τρόπο. Δεν χρειάζεται να είστε ύπουλοι και να σκοτώνετε. Τα έχουμε πει αυτά, μην αρχίζετε τα ίδια». Είναι ένα πέρα δώθε από τη νουθεσία στην καταδίκη.

Ο χρήστης έγραψε το σχόλιο μετά την επίθεση στον Παπαδήμο. Δείτε όμως εδώ τον Βούτση το 2013, να λέει κάτι αντίστοιχο στον Πρετεντέρη: «Πρόκειται, όχι απλά, ας πούμε, για ενέργειες, άστοχες, ανόητες, εγκληματικές, αλλά που βρίσκονται στον αντίποδα της αναγκαίας ανάπτυξης ενός κινήματος για τη μαζική ανατροπή αυτής της πολιτικής (των μνημονίων)».  

Ο Βούτσης λέει πως οι ενέργειες είναι «όχι απλά» εγκληματικές, αλλά κάτι χειρότερο: εχθρικές προς το λαϊκό κίνημα. Για να συνειδητοποιήσουν οι δράστες τις συνέπειες του εγκλήματος, πρέπει να το εκλάβουν ως ανοησία. Πρέπει να λυπηθούν «όχι απλά» για τη χαμένη ζωή του θύματος τους, αλλά για τη χαμένη ευκαιρία της ανατροπής. Αυτό όμως προϋποθέτει ότι είναι σε θέση να πειστούν από τα πολιτικά επιχειρήματα, αφού φυσικά πρώτα τα ανταλλάξουν. Είναι ένας διάλογος φόρα παρτίδα, ανοιχτός, εδώ και πολλά χρόνια. Ο Βούτσης δεν θα έλεγε ποτέ στον Χρυσαυγίτη που μαστιγώνει με αλυσίδες μετανάστες στο Πέραμα: «αυτή η ανοησία δεν μας εξυπηρετεί». Δεν θα τον αντιμετώπιζε ποτέ ως παραστρατημένο νεανία, όπως κάνει ο Παρασκευόπουλος, όταν λέει ότι πρέπει να μιλήσουμε και με τον Χρυσαυγίτη, μήπως και τον πείσουμε να σταματήσει.  

Στο twitter, ο πρωθυπουργός είναι πιο ξύλινος και (παραδόξως για τον χειριστή του λογαριασμού) πιο προσεκτικός. Ούτε εκείνος όμως πολυθέλει να κρυφτεί. Λέει: «καταδικάζω απερίφραστα την επίθεση ενάντια στον Λουκά Παπαδήμο». Μην περιμένετε δηλαδή από εμένα περιφράσεις και κρυφά νοήματα. Καταδικάζω. Ας φανταστούμε τον Τσίπρα, την επόμενη μέρα της δολοφονίας του Παύλου Φύσσα, να λέει ότι την καταδικάζει χωρίς υπονοούμενα. Δεν θα περνούσε ποτέ από το μυαλό κανενός ότι ο πρωθυπουργός μπορεί να είχε και μύχιες, δεύτερες σκέψεις για τη δολοφονία. Γιατί λοιπόν να θεωρήσει κάποιος ότι θα τις είχε για τον Παπαδήμο;

Ο Τσίπρας όμως πρέπει να το πει, ως μήνυμα στην εκλογική του βάση, που διαβάζει στην Ανάφη «τον τρελάρα τον Κουφοντίνα». Να μην περιμένουν δήλωση συμπάθειας από κάποιον, από τον οποίον όμως θα έπρεπε να την περιμένουν. Αν δεν βάλει μέσα και τη λέξη «απερίφραστα», ο πρωθυπουργός θα διαγράψει το κοινό background με την εκλογική βάση: Λιμπερασιόν, Ρίχτερ, Γαύδος.

Όλα τα σημεία αναφοράς έχουν ένα νοσταλγικό χαρακτήρα. Οι ήρωες ξεπηδούν από τις δεκαετίες του ‘70 και του  ‘80. Ερυθρές Ταξιαρχίες, Γουέλς, Σαρτρ, Στράμερ. Όσο εμείς συζητάμε για τον Παπαδήμο, τα βρετανικά μέσα έχουν γεμίσει με φωτογραφίες του Τζέρεμι Κόρμπιν από το 1984. Ο τότε βουλευτής των Εργατικών, λίγες μέρες μετά την βομβιστική επίθεση στο συνέδριο των συντηρητικών, είχε καλέσει την πολιτική ηγεσία του ΙΡΑ στη Βουλή. Η Ντάιαν Άμποτ έδωσε την περασμένη Κυριακή την πιο αφοπλιστική απάντηση στους δημοσιογράφους που τους κυνηγάνε διαρκώς για εξηγήσεις. «Στηρίζαμε τον ΙΡΑ γιατί αυτό ήταν τότε της μόδας για τους αριστερούς. Είχα και το μαλλιά μου άφρο, αλλά όπως βλέπετε, άλλαξα και κόμμωση και απόψεις».

Έτσι ήταν και στην Ελλάδα. Κάποτε ήσουν ψαγμένος αν είχες την υπομονή να διαβάσεις όλη την προκήρυξη της 17 Νοέμβρη. Ο συντάκτης ήταν -συμφωνούσαν όλοι- ο «εγκέφαλος, γερή πένα, διανοούμενος». Ήταν σαν να φορούσες στολή εξερευνητή και να έβλεπες από απόσταση ασφαλείας τα θηρία, ώστε να έχεις άποψη όταν θα συζητούσες με τους φίλους σου το μεγάλο δίλημμα: αν αυτούς που σήμερα το σύστημα λέει δολοφόνους, η ιστορία θα τους πει αύριο επαναστάτες.

Ο Κουφοντίνας περνιόταν για Ρομπέν Δασών μέχρι το τέλος. Έδωσε 50 ευρώ στον ταξιτζή που τον μετέφερε ανυποψίαστος για να παραδοθεί στην ΓΑΔΑ. Η σκηνοθέτιδα της παράστασης στο Εθνικό λέει ότι έμεινε άφωνη μπροστά στο φοβερό δίλημμα που της έθεσε ο Ξηρός το 2016. Αφού, οι Μουσουλμάνοι αρνούνται να φάνε χοιρινό, γιατί εκείνος να βάλει βραχιολάκι όταν αποφυλακιστεί; «Δεν ήξερα τι να του απαντήσω», είπε η Πηγή Δημητρακοπούλου.

Το όλο πράγμα όμως έχει πια ξεφτίσει. Δεν είναι μόνο που τελικά εμφανίστηκε ένας Κουφοντίνας πιο βαρετός και από τον Κουτσούμπα, ούτε η τρας αύρα του Χριστόδουλου Ξηρού. Είναι που η ζωή έχει πια προχωρήσει. Στη Γαύδο μετακόμισαν οι απολιτίκ, και οι πολιτικοποιημένοι πάνε στα Κουφονήσια. Και εκεί οι συζητήσεις για τη 17 Νοέμβρη, είναι σαν τις βραδινές κουβέντες το καλοκαίρι για το αν υπάρχουν φαντάσματα. Λίγο ρετρό, λίγο παιχνίδι με την παιδική σου ηλικία. Η συζήτηση ανάβει μόνο αν κάποιος κάνει το λάθος να ταυτίσει τη βία της αριστεράς με τη Χρυσή Αυγή. Αν δηλαδή «συμψηφίσεις τα άκρα», το οποίο για την αριστερή παρέα, σημαίνει ότι δεν μπορείς να ξεχωρίσεις τον Σαρτρ από τον Χίτλερ. Αν δεν βλέπεις τη διαφορά, στην καλύτερη είσαι πολιτικά αναλφάβητος, στη χειρότερη ακροδεξιός. Είσαι δηλαδή σαν τον Καμμένο που θεωρεί ότι το ΠΑΣΟΚ συμμετείχε στη 17 Νοέμβρη.

Κάπως έτσι, ο Σαρτρ επιτρέπει στον Τσίπρα να χρεώσει τον Καμμένο στους πολιτικούς τους αντιπάλους, και να απενοχοποιηθεί στο αριστερό ακροατήριο για την παρουσία του στην κυβέρνηση. Τι είδους αριστερός είσαι αν δεν ξέρεις ότι ο Χαϊκάλης δεν είναι η Μάινχοφ; Η υπουργοποίηση του ανθρώπου που έλεγε στην 17 Νοέμβρη ότι σκότωνε λάθος ανθρώπους και αποκαλούσε τον Παπαδήμο πούστη-προδότη, αντί να εκλαμβάνεται ως ξεπεσμός,  υπογραμμίζει τη διαφορά του ΣΥΡΙΖΑ από τους άλλους. Είναι για την ακρίβεια ένα ασφαλές τεστ αριστερής συνείδησης.

Standard
Greece

Ο Δενδιας απλως περνουσε

Πριν λίγους μήνες ο πρόεδρος της Βουλής, Νίκος Βούτσης είπε ότι οι ψήφοι της Χρυσής Αυγής είναι ευπρόσδεκτες στο θέμα της απλής αναλογικής. Το είπε με αυτές τις τρίπλες της κακιάς ώρας των ελλήνων πολιτικών, οι οποίοι αφού το λένε, μετά θέλουν να σε κάνουν και να νιώσεις άσχημα που τους το λες. Ιδού το απόσπασμα: «Στη Βουλή δεν υπάρχουν ευπρόσδεκτες και μη ευπρόσδεκτες ψήφοι. Δεν έχουμε μιλήσει με τη Χ.Α. Από εκεί και πέρα η βουλή λειτουργεί με 300. Ποτέ δεν αφαιρέθηκε καμία ψήφος από καμία μεριά. Αυτό που σας λέω δεν αποτελεί πρόσκληση προς την Χρυσή Αυγή. Αλλά επειδή ο εκλογικός νόμος είναι ένα κορυφαίο ζήτημα και κάθε κόμμα έχει τη δική του άποψη, περιμένουμε να δούμε τι θα πει και η Χρυσή Αυγή».

Μάλιστα. «Αυτό που σας λέω δεν αποτελεί πρόσκληση προς την Χρυσή Αυγή». Αυτό που σας είπα δεν σας το είπα, και κανονίστε τώρα να αρχίσετε να λέτε δεξιά και αριστερά ότι με ακούσατε να σας το λέω.

Χθες λοιπόν, του ήρθε και στριφογυριστή η σφαλιάρα, γιατί οι σφαλιάρες είναι σαν τις ψήφους. Ούτε αυτές σε ρωτάνε αν είσαι φιλόξενος. Πέφτουν, και αν είσαι δίπλα, τις τρως. Και ο προεδρεύων Μάκης Μπαλαούρας (που όταν θυμάσαι τις ατάκες του στα τηλεοπτικά πάνελ σε πιάνει μεγαλύτερο σύγκρυο, γιατί σφαλιάρες θα υπάρχουν πάντα, το ποιος σε προστατεύει από αυτές είναι το ζήτημα) μόλις την έφαγε για λογαριασμό του Βούτση, και με το χαμόγελο της πρόσκλησης «να μιλήσουμε για το κορυφαίο το ζήτημα», να χάσκει ακόμη απορημένο, άρχισε να φωνάζει φρουρά, φρουρά. Και ακουγόταν κάπως σαν μαμά, μαμά. Έλα λίγο, γιατί έγινε βλακεία.

Ο Δένδιας τη Χρυσή Αυγή την είχε βάλει στη φυλακή. Γι’ αυτό τις έφαγε. Και το πλάνο της Βουλής είναι ένας μικρός Αντέννα. Οι 298 έχουν γίνει Πάκης-Παπαδάκης. Οι παράτολμοι, είναι οι Παπαδάκηδες και λένε ουεεεεπ, ουεεεεπ. Οι σοβαροί, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας όρθιος σε παρέλαση, απλώς κοιτάζουν. Όλοι μαζί πάνε πίσω πίσω, μακριά από τον καυγά. Ένα μικρό κύμα σοβαροφάνειας μαζεύεται στην άλλη άκρη, να δει ο κόσμος ότι οι σοβαροί πολιτικοί δεν μπλέκουν στο ντεκαντάνς. Την κρίσιμη στιγμή διατηρούν την αξιοπρέπεια τους. Τις τρώει άλλος. Ο άτυχος που τον πέτυχε ο Κασιδιάρης σε χιλιάδες τετραγωνικά κτίριο, ενώ κάποιοι συνάδελφοι του τη γλίτωσαν σε μια σταλιά καμπίνα ελικοπτέρου, με τους ώμους τους να ακουμπάνε κρατώντας τα στεφάνια για το Καστελόριζο.

Άρον άρον, μαζεύοντας τα καλώδια να μην σκοντάψει έτρεξε προς το μέρος τους και ο κάμεραμαν. Αφού δεν είναι πρέπον το πλάνο για τους βουλευτές, δεν αρμόζει ούτε στον θεσμό. Αλλού το βλέμμα. Στη δική μας Βουλή δεν δέρνονται αλά Κασμίρ και Ταϊβάν, μόνο αν βρεθεί κανένας ευέξαπτος που τον ξύπνησαν μεσημέρι τα παιδιά, όπως ο Κεδίκογλου.

Κάπου εκεί, ανάμεσα στο πλήθος, στριμωγμένος και άφαντος πια μέσα στην ανωνυμία του κοινού, θα έπρεπε να βρίσκεται και ο πρώην υπουργός Δικαιοσύνης, Νίκος Παρασκευόπουλος. Δεν ήταν βέβαια η στιγμή να ξεπροβάλλει από το μπούγιο, και να «συγκλίνει» προς τον Κασιδιάρη, όπως μας είχε προτρέψει όλους να κάνουμε πριν μερικούς μήνες. Ας πέσουν τα πνεύματα, να δώσουμε ένα ποτήρι νερό στον άνθρωπο να ηρεμήσει. Και αν το αδειάσει στο πρόσωπο κανενός συναδέλφου, να του το ξαναγεμίσουμε μέχρι να ηρεμήσει, να ακούσουμε επιτέλους τι έχει να μας πει.

Standard
Greece

Ρε αυτο ειναι καμπανα

Ήμουν δημοτικό, γυμνάσιο, και λίγο λύκειο τη δεκαετία του ’80. Τη θεωρούσα αδιάφορη, καλύτερη πάντως από τη δεκαετία του ’70. Δεν ξέρω τι είδους μηχανισμός είναι αυτός. Νομίζω συλλογικός. Κάθε δεκαετία φαίνεται καλύτερη από αυτήν που πέρασε. Ανεξάρτητα από το αν είσαι 15 ή 45, έχεις καινούργια υλικά στα χέρια σου, και επομένως θεωρείς ότι βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα. Έγχρωμη τηλεόραση, περισσότερο wifi, πράγματα που οι προηγούμενοι δεν είχαν, και απορείς αν περνούσαν ωραία χωρίς αυτά. Και ρούχα. Θυμάμαι ότι ένα από τα πιο εξευτελιστικά πράγματα τη δεκαετία του ’80 ήταν το παντελόνι καμπάνα των 70ς. Και ήταν παντού, αν και δεν τις φορούσε πια κανείς. Ρε αυτό είναι καμπάνα, λέγαμε για να κοροϊδέψουμε κάποιον για το παντελόνι του, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, και μετά οι καμπάνες εξαφανίστηκαν από τη ζωή μας. Δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτές. Σαν να έπαψαν να μας απειλούν.

Κάπως έτσι είναι και με τα πιο πρόσφατα χρόνια μας. Είμαστε ακόμη πολύ αναμειγμένοι σε αυτά, αλλά και ταυτόχρονα απ’ έξω ώστε να μπορούμε να τα βλέπουμε από μία απόσταση. Και όταν βλέπεις τα περασμένα κοντά σου είναι δύσκολο. Σαν να βλέπουμε τον εαυτό μας ακόμη να μιλάει, να ταυτίζεται, να αποφασίζει, να κάνει βλακείες, και αυτό να μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα αίσθημα αμηχανίας και ενοχής. Κάθε έντονη ανάμειξη στη ζωή σε φέρνει σε αμηχανία όταν δεν συντρέχει πια λόγος ανάμειξης. Είναι όπως, και πάλι περίπου στα 80ς, όταν κάποιοι είδαμε για πρώτη φορά τον εαυτό μας σε βίντεο. Η εικόνα σε παραλύει για ένα δευτερόλεπτο. Ξαφνικά αντικρίζεις μία εκδοχή του εαυτού σου, και να πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη όσων βλέπεις, χωρίς όμως να είσαι σίγουρος ότι θέλεις.

Όσο ο χρόνος περνά, αφήνουμε όλο και πιο πίσω μας τις παλιές μας εκδοχές, μέχρι που οι κοντινές σκηνές από την παλιά ζωή μας εκλείπουν, και τότε μπορούμε πια να επιστρέψουμε χωρίς ανοιχτούς λογαριασμούς. Τα άβολα στιγμιότυπα δεν ξεχωρίζουν. Μόνο ένα μουγκρητό στο πολύ βάθος, πολύ μακριά. Δεν είναι κακό. Μπορεί και να είναι αναγκαίο για να πας παρακάτω. Τα περασμένα, θολά κι ακίνδυνα γίνονται ξανά δικά μας, χωρίς το εξεταστικό βλέμμα μας επάνω τους. Και έτσι μπορούμε πια να μας γιορτάσουμε. Σίγουροι πια ότι δεν κινδυνεύουμε από την αναμέτρηση με το μέσα μας, προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε όλα τα απ´εξω, όσο το δυνατόν πιο πειστικά για την περίσταση. Παλιές τηλεοπτικές σειρές, γκοφρέτες και μπρελόκ. Και είναι όλα τόσο σαν τότε, που για ένα δευτερόλεπτο δοκιμάζουμε δήθεν το μεγάλο άλμα στο κενό, να νιώσουμε πράγματι πώς ήμασταν εμείς. Φτάνουμε στο τσακ. Αλλά, δεν γίνεται. Τα έξω περιπλέκουν ακόμη πιο πολύ τα μέσα, αφού ο τότε εσύ, ο βασικός δηλαδή λόγος που τα έχεις ξαναστήσει όλα, λείπει. Ίσως και να μην ήσουν καν εκεί για να δεις όσα σου συνέβαιναν, γιατί όταν έχουμε βαθιά ανάμειξη, αναγκαστικά πρέπει να λείψουμε ώστε να τα φέρουμε εις πέρας, χωρίς να μας βλέπουμε.

Δεν θυμάμαι πια τίποτε από τη δεκαετία του ’80. Ίσως αυτό να είναι ένδειξη ότι ήμουν χωμένος σε κάθε στιγμή της ζωής μου, αλλά, μπα, θα πρέπει να ήταν όπως τώρα. Τίποτε φοβερό δηλαδή.

Standard