UK Politics

Οι Λορδοι δεν ειναι αυτοι που νομιζουμε

Η Βουλή των Λόρδων ψήφισε δύο τροπολογίες στο νόμο για το Brexit. Με την πρώτη ζητάει από την κυβέρνηση να εγγυηθεί άμεσα τα δικαιώματα των τριών εκατομμυρίων πολιτών από την ΕΕ που ζουν στη χώρα. Με τη δεύτερη να έχει το κοινοβούλιο ουσιαστικό λόγο στην έγκριση των όρων της τελικής συμφωνίας ανάμεσα στο Ηνωμένο Βασίλειο και την ΕΕ. Οι νόμος επιστρέφει στη Βουλή των Κοινοτήτων τη Δευτέρα με τις δύο προτεινόμενες αλλαγές. Οι βουλευτές αναμένεται να ζητήσουν από τους Λόρδους να αποσύρουν τις τροπολογίες τους. Η διαδικασία, όταν τραβά σε μάκρος, λέγεται «πινγκ- πονγκ», και στο τέλος εκείνος που υποχωρεί είναι η βουλή των Λόρδων, αφού το μη αιρετό σώμα δεν μπορεί να ακυρώσει τη βούληση των εκλεγμένων βουλευτών. Επομένως, οι όροι της επικείμενης πυροδότησης του άρθρου 50 από την Τερέσα Μέι (πιθανώς τα επόμενα 24ώρα) θα ισχύσουν ως έχουν. «Αρκετά διασκεδάσαμε με τις τροπολογίες, ας επιστρέψουμε τώρα τον νόμο καθαρό», είπε η βαρόνη Έβανς των συντηρητικών, υπενθυμίζοντας έτσι τα όρια δράσης των συναδέλφων της.

Η προσπάθεια των Λόρδων να εξασφαλίσουν ένα παράθυρο για πιθανή αναίρεση των όρων του Brexit, ίσως ξαφνιάζει. Στη συνείδηση πολλών, οι Λόρδοι είναι ταυτισμένοι με την αριστοκρατία. Οι ευγενείς, όπως και το παλάτι, προσλαμβάνονται ως εθνοκεντρικοί θεσμοί, και κατά συνέπεια εχθρικοί απέναντι στην εκχώρηση εξουσιών σε υπερεθνικούς οργανισμούς, όπως η ΕΕ. Επιπλέον, οι βαρύγδουποι τίτλοι ευγενείας, ο πολύ μεγάλος αριθμός μελών (το δεύτερο μεγαλύτερο κοινοβουλευτικό σώμα στον κόσμο μετά το Εθνικό Κογκρέσο του Λαού στην Κίνα!), όπως και ο μέσος όρος ηλικίας των μελών (70 έτη) ενισχύουν την αίσθηση ότι ο θεσμός είναι παρωχημένος και χρειάζεται επειγόντως μεταρρύθμιση. Πόσω μάλλον όταν έχει απασχολήσει αρνητικά τη δημοσιότητα στο παρελθόν με τακτοποιήσεις πολιτικών φίλων και συνεργατών ή τις εικονικές παρουσίες μελών στις συνεδριάσεις, ώστε να εισπράττουν τις 300 λίρες της ημερήσιας αποζημίωσης. Υπάρχει όμως και η άλλη όψη του νομίσματος, την οποία πρέπει να λάβουμε υπόψη πριν βγάλουμε τα συμπεράσματα μας.

Μόνο μία μειοψηφία (92 μέλη), έχει κληρονομικό δικαίωμα παρουσίας στη Βουλή. Το σώμα απαρτίζεται από διανοούμενους, επιχειρηματίες, ακαδημαϊκούς, καλλιτέχνες που χαίρουν γενικής αναγνώρισης για το έργο τους. Με την επάρκεια και εμπειρία τους μπορούν να επιφέρουν βελτιώσεις στους νόμους, χωρίς να ακυρώνουν την πρωτοκαθεδρία των αιρετών συναδέλφων τους, αλλά και χωρίς οι ίδιοι να έχουν εξαρτήσεις από το εκλογικό σώμα.  Ο λόρδος Μπερντ υπήρξε κάποτε άστεγος και στη συνέχεια δημιούργησε το παγκοσμίως γνωστό περιοδικό Big Issue το οποίο πωλείται από άστεγους στον δρόμο, με σκοπό την αφύπνιση της κοινής γνώμης γύρω από το ζήτημα. Ο λόρδος Άντονις, ειδήμων στον χώρο της εκπαίδευσης έχει σπουδαίες πρωτοβουλίες ενίσχυσης των παιδιών από μη προνομιούχα κοινωνικά στρώματα στο ενεργητικό του. Ακόμη και οι Πράσινοι, μία από τις πλέον ριζοσπαστικές δυνάμεις στη Μεγάλη Βρετανία, έχουν εκπροσώπηση με τη δραστήρια Βαρόνη Τζόουνς. Ίσως να μην υπάρχει καλύτερο παράδειγμα από τον Λόρδο Νταμπς, ο οποίος με τροπολογία του ανάγκασε τον πρώην πρωθυπουργό Ντέιβιτ Κάμερον να δεχθεί αύξηση στον  αριθμό ασυνόδευτων προσφυγόπουλων που δέχεται η Μεγάλη Βρετανία. Η άποψη των Συντηρητικών είναι ότι η υποδοχή προσφύγων ενθαρρύνει τα κυκλώματα των διακινητών, και κατά συνέπεια θέτει σε κίνδυνο τις ζωές των προσφύγων. Επομένως, οι όποιες παρεμβάσεις πρέπει να γίνονται στις χώρες προέλευσης, γιατί εκεί το φαινόμενο έχει τις κατεξοχήν δραματικές του διαστάσεις. Η αλήθεια, όμως, είναι ότι απέναντι στο λογικό αυτό ισχυρισμό υπερισχύει η πάγια βρετανική θέση να μην αναμειγνύεται σε ευρωπαϊκά προβλήματα που δεν θεωρεί δικά της. Ένας 83χρονος Λόρδος από το εργατικό Κόμμα, πρόσφυγας ο ίδιος μαζί με την οικογένεια του πριν από 77 χρόνια, έφερε μία τόσο γενναία τροπολογία κινητοποιώντας την κοινή γνώμη και εκθέτοντας με τον τρόπο του τη μοντέρνα, φιλελεύθερη πτέρυγα των συντηρητικών.

Και εδώ ακριβώς βρίσκεται η ουσία των δύο τροπολογιών, ανεξαρτήτως της τελικής τους τύχης. Δεν σταματούν ασφαλώς το Brexit, πιθανώς δεν αλλάζουν καν τις παραμέτρους του, αλλά φέρουν στο επίκεντρο του δημόσιου διαλόγου στη Μεγάλη Βρετανία δυο κορυφαία ζητήματα αρχής. Πρώτον, ότι μία χώρα φημισμένη και περήφανη για την εξωστρέφεια της, δεν μπορεί να γυρίσει την πλάτη της σε αλλοδαπούς πολίτες που συνυπάρχουν με τους Βρετανούς εδώ και δεκαετίες. Δεύτερον, και σημαντικότερο ότι καμία απόφαση, ακόμη και αυτή της πλειοψηφίας εκφρασμένης μάλιστα με τον ξεκάθαρο τρόπο ενός δημοψηφίσματος, δεν μπορεί να είναι έγκυρη, εφόσον διαψευστεί από τις εξελίξεις. Σε μία φορτισμένη εποχή όπου κυριαρχεί η περίφημη «μετα-αλήθεια», οι Λόρδοι προτάσσουν τα πολιτικά επιχειρήματα, τα οποία οι βουλευτές υπό τον φόβο του πολιτικού κόστους, έβαλαν σε δεύτερη μοίρα, μαζί με την ψήφο τους στις 23 Ιουνίου του 2016. Την ημέρα δηλαδή που στη μεγάλη τους πλειοψηφία είχαν ταχθεί υπέρ του Remain.

Standard
Greece

Ρε αυτο ειναι καμπανα

Ήμουν δημοτικό, γυμνάσιο, και λίγο λύκειο τη δεκαετία του ’80. Τη θεωρούσα αδιάφορη, καλύτερη πάντως από τη δεκαετία του ’70. Δεν ξέρω τι είδους μηχανισμός είναι αυτός. Νομίζω συλλογικός. Κάθε δεκαετία φαίνεται καλύτερη από αυτήν που πέρασε. Ανεξάρτητα από το αν είσαι 15 ή 45, έχεις καινούργια υλικά στα χέρια σου, και επομένως θεωρείς ότι βρίσκεσαι σε καλύτερη μοίρα. Έγχρωμη τηλεόραση, περισσότερο wifi, πράγματα που οι προηγούμενοι δεν είχαν, και απορείς αν περνούσαν ωραία χωρίς αυτά. Και ρούχα. Θυμάμαι ότι ένα από τα πιο εξευτελιστικά πράγματα τη δεκαετία του ’80 ήταν το παντελόνι καμπάνα των 70ς. Και ήταν παντού, αν και δεν τις φορούσε πια κανείς. Ρε αυτό είναι καμπάνα, λέγαμε για να κοροϊδέψουμε κάποιον για το παντελόνι του, μέχρι και τις αρχές της δεκαετίας του ’90, και μετά οι καμπάνες εξαφανίστηκαν από τη ζωή μας. Δεν ξαναμιλήσαμε γι’ αυτές. Σαν να έπαψαν να μας απειλούν.

Κάπως έτσι είναι και με τα πιο πρόσφατα χρόνια μας. Είμαστε ακόμη πολύ αναμειγμένοι σε αυτά, αλλά και ταυτόχρονα απ’ έξω ώστε να μπορούμε να τα βλέπουμε από μία απόσταση. Και όταν βλέπεις τα περασμένα κοντά σου είναι δύσκολο. Σαν να βλέπουμε τον εαυτό μας ακόμη να μιλάει, να ταυτίζεται, να αποφασίζει, να κάνει βλακείες, και αυτό να μας φέρνει αντιμέτωπους με ένα αίσθημα αμηχανίας και ενοχής. Κάθε έντονη ανάμειξη στη ζωή σε φέρνει σε αμηχανία όταν δεν συντρέχει πια λόγος ανάμειξης. Είναι όπως, και πάλι περίπου στα 80ς, όταν κάποιοι είδαμε για πρώτη φορά τον εαυτό μας σε βίντεο. Η εικόνα σε παραλύει για ένα δευτερόλεπτο. Ξαφνικά αντικρίζεις μία εκδοχή του εαυτού σου, και να πρέπει να αναλάβεις την ευθύνη όσων βλέπεις, χωρίς όμως να είσαι σίγουρος ότι θέλεις.

Όσο ο χρόνος περνά, αφήνουμε όλο και πιο πίσω μας τις παλιές μας εκδοχές, μέχρι που οι κοντινές σκηνές από την παλιά ζωή μας εκλείπουν, και τότε μπορούμε πια να επιστρέψουμε χωρίς ανοιχτούς λογαριασμούς. Τα άβολα στιγμιότυπα δεν ξεχωρίζουν. Μόνο ένα μουγκρητό στο πολύ βάθος, πολύ μακριά. Δεν είναι κακό. Μπορεί και να είναι αναγκαίο για να πας παρακάτω. Τα περασμένα, θολά κι ακίνδυνα γίνονται ξανά δικά μας, χωρίς το εξεταστικό βλέμμα μας επάνω τους. Και έτσι μπορούμε πια να μας γιορτάσουμε. Σίγουροι πια ότι δεν κινδυνεύουμε από την αναμέτρηση με το μέσα μας, προσπαθούμε να αναπαραστήσουμε όλα τα απ´εξω, όσο το δυνατόν πιο πειστικά για την περίσταση. Παλιές τηλεοπτικές σειρές, γκοφρέτες και μπρελόκ. Και είναι όλα τόσο σαν τότε, που για ένα δευτερόλεπτο δοκιμάζουμε δήθεν το μεγάλο άλμα στο κενό, να νιώσουμε πράγματι πώς ήμασταν εμείς. Φτάνουμε στο τσακ. Αλλά, δεν γίνεται. Τα έξω περιπλέκουν ακόμη πιο πολύ τα μέσα, αφού ο τότε εσύ, ο βασικός δηλαδή λόγος που τα έχεις ξαναστήσει όλα, λείπει. Ίσως και να μην ήσουν καν εκεί για να δεις όσα σου συνέβαιναν, γιατί όταν έχουμε βαθιά ανάμειξη, αναγκαστικά πρέπει να λείψουμε ώστε να τα φέρουμε εις πέρας, χωρίς να μας βλέπουμε.

Δεν θυμάμαι πια τίποτε από τη δεκαετία του ’80. Ίσως αυτό να είναι ένδειξη ότι ήμουν χωμένος σε κάθε στιγμή της ζωής μου, αλλά, μπα, θα πρέπει να ήταν όπως τώρα. Τίποτε φοβερό δηλαδή.

Standard
Books

Η κριση με το βλεμμα του Σημιτη

Υπάρχει λύση; Κώστας Σημίτης (Συζήτηση με τον Γιάννη Πρετεντέρη). Εκδόσεις Πόλις. Σελίδες 273. Τιμή: 14 €

O Κώστας Σημίτης στο τελευταίο του βιβλίο λέει ότι οι Έλληνες είναι δύσκολο να κρίνουν ποιος ακριβώς φταίει για την κρίση. Ο πολίτης «ακούει πολλές και διαφορετικές ερμηνείες ότι φταίνε όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις εδώ και τριάντα χρόνια, ότι φταίει η παρούσα κυβέρνηση, ότι φταίει η Γερμανία και η πολιτική που μας επιβάλλει η Ευρώπη».

Η ανάγνωση της κρίσης είναι το δεύτερο μεγαλύτερο πρόβλημα μετά την ίδια την κρίση. Μέσα σε ένα φορτισμένο και πολύπλοκο περιβάλλον, είναι δύσκολο να ξεχωρίσουμε τις αιτίες της, και να σκεφθούμε τις σωστές λύσεις.

Το διχαστικό κλίμα που έφερε η άνοδος των ΣΥΡΙΖΑ και ΑΝΕΛ έχει οδηγήσει τους αντιπάλους τους στην απέναντι πλευρά: μέσα στην αγωνία τους να καταδείξουν τη ζημιά που επιφέρει ο λαϊκισμός στην οικονομία, αφήνουν σε δεύτερη μοίρα την κρίση καθεαυτή. Φοβούνται για παράδειγμα να χρησιμοποιήσουν τον όρο «φτωχοποίηση», υπό το φόβο ότι έτσι θα νομιμοποιήσουν την επιχειρηματολογία των λαϊκιστών. Ο Σημίτης, και αυτό είναι ένα ισχυρό μήνυμα προς τους πολιτικούς του κέντρου, καταφέρνει να διατηρεί μία ισορροπημένη κριτική: να μιλά για την κρίση, χωρίς να χαρίζεται στον ΣΥΡΙΖΑ.

Ο πρώτην πρωθυπουργός στο έβδομο βιβλίο που εκδίδει μετά το τέλος της πρωθυπουργικής θητείας του, και το οποίο κυκλοφορεί με τη μορφή συνέντευξης με τον Γιάννη Πρετεντέρη προσπαθεί να κάνει δύο πράγματα:

Πρώτον, προσπαθεί να εξηγήσει τις αιτίες της κρίσης. Υποστηρίζει ότι το ελληνικό πρόβλημα ξεκινά από τη χρόνια αδυναμία της Ελλάδας να φτιάξει μία ανταγωνιστική οικονομία και ένα αποτελεσματικό κράτος, ώστε να καταπολεμήσει τα ελλείμματα του. Δεν εξαιρεί όμως τους δανειστές από την κριτική του, επικαλούμενος επιχειρήματα όπως αυτό των πολλαπλασιαστών για παράδειγμα, και μάλιστα, ενίοτε με φορτισμένη ρητορική (τα πλεονάσματα χαρακτηρίζονται κτηνώδη). Επίσης προσπαθεί να εξηγήσει την κρίση μέσα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο: την ανισότητα μεταξύ ευρωπαϊκού βορρά και νότου, τις συνέπειες στους μισθούς από τη μεταφορά της παραγωγής από την Ευρώπη στην Ασία, κλπ. Ένα παράπλευρο κέρδος της εξήγησης όσων συμβαίνουν από τον Σημίτη είναι η σαφήνεια με την οποία εξηγεί βασικές παραμέτρους της κρίσης. Σπάνια θα βρει ο αναγνώστης εφημερίδων, site, social media κλπ, εύκολα κατανοητές εξηγήσεις για όρους που συναντάμε καθημερινά (τι είναι το πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, τι είναι πολλαπλασιαστής κλπ).

Δεύτερον, ο Σημίτης προσπαθεί να προτείνει λύσεις. Παραδόξως, αν και ο τίτλος του βιβλίου παραπέμπει κυρίως σε αυτή την πτυχή του, εντούτοις είναι το ζήτημα στο οποίο αφιερώνεται ο λιγότερος χώρος. Ο πρώην πρωθυπουργός λέει ότι κακώς προτείνονται μαγικές λύσεις, αφού οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο, συστηματική δουλειά και επιμονή. Μιλάει για μείωση των κρατικών δαπανών, τερματισμό των πελατειακών σχέσεων, δημιουργία επενδύσεων. Σε αρκετές περιπτώσεις γίνεται συγκεκριμένος. Λέει για παράδειγμα ότι το ελληνικό κράτος θα μπορούσε, αντί να δώσει την περίοδο 2004-2009 «400 εκατομμύρια σε αγρότες ως αποζημιώσεις για ζημιές που δεν είχαν γίνει», να δαπανήσει «μέρος αυτών των χρημάτων για να επιτύχει, π.χ., τον έως τώρα απραγματοποίητο στόχο της συστηματικής διάθεσης του ελληνικού λαδιού και άλλων ελληνικών αγροτικών προϊόντων στις διεθνείς αγορές».

Η συζήτηση με τον Πρετεντέρη δεν έχει τον τυπικό, ανταγωνιστικό χαρακτήρα μεταξύ δημοσιογράφου και πολιτικού. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν ανακρίνεται, ούτε καν στριμώχνεται στο βιβλίο, με εξαίρεση το κεφάλαιο Greek Statistics όπου γίνεται μία αντιπαράθεση για κλασικές κατηγορίες που αποδίδονται στο ΠΑΣΟΚ Σημίτη: το χρηματιστήριο το ‘99, τα στοιχεία με τα οποία μπήκαμε στο ευρώ, αλλά και τη διαχρονική απουσία ουσιαστικής αυτοκριτικής από τον πρώην πρωθυπουργό. Ειδικά το τελευταίο χαρακτηριστικό του Σημίτη εμφανίζεται με εύγλωττο τρόπο και στο βιβλίο. Ενώ για παράδειγμα ο ίδιος παραδέχεται ότι η μη λύση του ασφαλιστικού από την κυβέρνηση του το 2003 υπήρξε υποχώρηση, εντούτοις υποστηρίζει ότι αυτή δεν έγινε «με τον φόβο του πολιτικού κόστους», αλλά για μία σειρά από λόγους, ανάμεσα στους οποίους απαριθμεί και την ανάγκη ανταπόκρισης της κυβέρνησης στις υποχρεώσεις της ελληνικής προεδρίας το πρώτο εξάμηνο του 2003! Προτεραιότητα μάλλον ήσσονος σημασίας όταν ο Τάσος Γιαννίτσης, ο πολιτικός που προσπάθησε τότε ανεπιτυχώς να λύσει το ζήτημα, αναγνωρίζει ότι τα ελλείμματα του ασφαλιστικού αντιπροσώπευαν το 85% της αύξησης του δημόσιου χρέους στην περίοδο 2000-2009.

Ο Κώστας Σημίτης είναι ίσως ο δημοφιλέστερος πολιτικός ανάμεσα στους κεντρώους ψηφοφόρους. Απέκτησε μια νέα δυναμική απήχηση στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης και της ανόδου του λαϊκισμού. Δυο χρόνια προβλήματα δηλαδή, στα οποία ο πρώην πρωθυπουργός οφείλει την υστεροφημία του ως ο πλέον εμβληματικός πολέμιος τους.  Στο βιβλίο με τον τεκμηριωμένο λόγο του, το εύρος γνώσης και σκέψης επιβεβαιώνει τους λόγους για τους οποίους θεωρείται από τους πλέον πετυχημένους και σοβαρούς πολιτικούς.

Το βιβλίο είναι σχετικά μικρό, 273 σελίδες, ενώ η μορφή διαλόγου και ο συγκροτημένος λόγος του Σημίτη καθιστά εύκολη την ανάγνωση του για ένα ετερόκλητο ακροατήριο που θέλει να βρει ουσιαστικές απαντήσεις σε αρκετά ζητήματα: από την ελληνική κρίση μέχρι τη σοσιαλδημοκρατία μέχρι την άνοδο του λαϊκισμού.

Αρχική δημοσίευση: Ηπειρωτικός Αγών

Standard
Greece

Απο τη θεση του οδηγου

Πριν από μερικά χρόνια ένας γνωστός μου, συζητούσε με έναν Γάλλο που πουλούσε σκάφη σε καλές τιμές, σε όλη την Ευρώπη. Ο γάλλος έμπορος του είπε: «κάθε φορά που πουλάω σε Έλληνες, μου δημιουργείται η ίδια απορία, και θέλω να μου τη λύσεις. Οι περισσότεροι αγοράζουν το σκάφος για την οικογένεια ή για ψάρεμα. Για ποιον ακριβώς λόγο θέλουν όλοι οι μηχανές να είναι πάνω από 75 άλογα; Μπορούν να κάνουν ασφαλή και γρήγορα ταξίδια και με 40άρες μηχανές, τι τους πιάνει και θέλουν ακριβές και δαπανηρές λύσεις»;

Ο έμπορος απορούσε γιατί νόμιζε ότι πουλάει σκάφη σε ανθρώπους που ψαρεύουν, όχι πιστοποιητικά κοινωνικού στάτους σε πολίτες που θέλουν να τα επιδείξουν. Είναι όπως με τα τεράστια τζιπ μέσα στις πόλεις ή τις πόρσε στους ελληνικούς δρόμους. Ακόμη και αν αγαπάει κανείς την ταχύτητα ή το μέγεθος στα αυτοκίνητα, ξέρει ότι ούτε δρόμους για να τα οδηγήσουμε γρήγορα έχουμε, ούτε χώρο μέσα στις πόλεις για να τα παρκάρουμε. Ασφαλώς και είναι απολύτως θεμιτό κάποιοι να αγαπούν και να αγοράζουν ακριβά αυτοκίνητα. Ούτε όσοι έχουν πόρσε σημαίνει ότι είναι επικίνδυνοι ή επιδειξιομανείς. Όμως, όσο πιο ανταγωνιστικό είναι το μέσο, τόσο πιο επικίνδυνο γίνεται σε μία χώρα χωρίς υποδομές, συνείδηση συλλογικής συνύπαρξης και οδηγική παιδεία. Όπως γράφει στην Athens Voice ο Σπύρος Βλέτσας οι οδηγοί ακριβών αυτοκινήτων έχουν πολλαπλάσιες πιθανότητες να εμπλακούν σε ατυχήματα. Γι’ αυτό και στην Ελλάδα όταν βλέπουμε μία πόρσε στο άλλο ρεύμα, το πρώτο που νιώθουμε δεν είναι φθόνος (αν και είναι δύσκολο να αποφύγεις το συναίσθημα στη θέα κάποιου που τα έχει καταφέρει καλύτερα από σένα στη ζωή του), αλλά φόβος για το τι είδους τύπος το οδηγεί. Αν δηλαδή ανήκει στην κατηγορία που περιγράφω πιο πάνω, και κατά συνέπεια η μάρκα του αυτοκινήτου είναι δήλωση προς τους υπολοίπους ότι «έχω και πληρώνω και θα φανεί στο γκάζι».

To πρόβλημα όμως δεν εξαντλείται μόνο σε όσους έχουν. Όπως το σύνολο των προβλημάτων μας, έτσι και αυτό, είναι μαζικό, γι’ αυτό και μεγάλο. Δεν είναι τυχαίο ότι το πλέον δυναμικό και προβεβλημένο κίνημα στους ελληνικούς δρόμους υπήρξε το «δεν πληρώνω». Σε μία χώρα δηλαδή όπου χάνονται περίπου 1600 άνθρωποι ετησίως από τροχαία, το 85% των οποίων είναι ηλικίας μεταξύ 15 και 29, ο κόσμος επέλεξε να διαμαρτυρηθεί για το κόστος του ταξιδιού, όχι την ασφάλεια του. Αυτό δε υπήρξε και το κίνημα που αποθεώθηκε από πολλούς πολιτικούς. Και ας δίνουμε περίπου το 40% των δαπανών για την υγεία στη διαχείριση των τροχαίων ατυχημάτων, όπως μας είπε προχθές ο Ιαβέρης.

Είναι φυσικά μία αντιμετώπιση του ζητήματος από τη θέση του οδηγού. Όχι του οδηγού που συνυπάρχει με τους υπολοίπους, αλλά εκείνου που νιώθει ισχυρός και θεωρεί τους άλλους εμπόδιο μέχρι να φτάσει στον προορισμό του. Τα διόδια είναι ακριβά, και να φύγουν από τη μέση. Οι πεζοί δεν έχουν δουλειά να κατεβαίνουν στο δρόμο, γι’ αυτό και τους αγνοούμε στις διαβάσεις. Οι υπόλοιποι οδηγοί δεν πρέπει να παρκάρουν εκεί που είναι ανάγκη να παρκάρουμε εμείς. Οι θέσεις των αναπήρων, αφού είναι κενές, δεν θα έρθει ποτέ κανείς. Το κράνος δεν μου χρειάζεται γιατί μειώνει την ορατότητα -αυτό το είπε προχθές, μετά το ατύχημα, στον αέρα, και επέμενε κιόλας ο Μάκης Προβατάς, δημοσιογράφος στο Βήμα FM.

Λείπει, με άλλα λόγια η αναγνώριση του φαινομένου στις διαστάσεις του και κατά συνέπεια η κοινωνική κατακραυγή. Αναγνωρίζουμε το πρόβλημα, αλλά το ανεχόμαστε και ζούμε με αυτό. Όχι τώρα, αλλά εδώ και δεκάδες χρόνια. Ίσως το τραγικό ατύχημα στην Αθηνών-Λαμίας να οδηγήσει τον κόσμο να ταυτιστεί επιτέλους με τα θύματα των τροχαίων, και να διαμορφωθεί η κοινωνική συνθήκη που δεν θα επιτρέψει άλλα ατυχήματα. Τίποτε όμως δεν αλλάζει αυτό που συνέβη, ούτε όσα μεσολάβησαν στους ελληνικούς δρόμους μέχρι να συμβεί.

Standard