Το χριστουγεννιάτικο δέντρο της Σχολής Καλών Τεχνών στην πλατεία των Ιωαννίνων είναι τόσο εξεζητημένη, αλλά και ασφαλής επιλογή ώστε ακυρώνει τα υποτιθέμενα παράπλευρα οφέλη της.
Category Archives: Greece
Καλυτερα Ανδρουλακη, παρα τον Μητσοτακη
Πάντα ζηλεύαμε τους Νεοδημοκράτες που ψήφιζαν αριστερά στις ευρωεκλογές γιατί πήγαιναν τον «Παπαγιαννάκη και τον Αλαβάνο». Ήταν την εποχή που είχε έρθει η ρόκα παρμεζάνα. Ήμασταν πλέον πιο εξωστρεφείς. Είχαμε αρχίσει να θεωρούμε τον Νταλάρα μπανάλ, και είχαμε πια μπαγκέτες και καπουτσίνο, σαν τα βενζινάδικα στην Ιταλία. Δεν γνωρίζαμε ακόμη με τι πάει η ρόκα-παρμεζάνα, ούτε ότι ο Αλαβάνος δεν πάει με τον Παπαγιαννάκη.
Χαζεύαμε μόνο την άδεια για ένα τροπικό ταξίδι στην άλλη πλευρά του πολιτικού στερεώματος που απολάμβαναν οι δεξιοί, ενώ εμείς όχι. Σαν το πρώην ανατολικό μπλοκ, τους μακαρίζαμε, γιατί εκείνοι μπορούσαν να πάρουν βίζα για άλλο κόμμα, και μετά να επιστρέψουν. Σε εμάς δεν επιτρεπόταν η έξοδος από την παράταξη στις ευρωεκλογές. Δεν μπορούσαμε να περιγράψουμε στους φίλους μας εξωτικά ταξίδια με τον Τουρνά, ούτε καν με τον Ξαρχάκο.
Τους ζηλεύαμε ακόμη γιατί έλεγαν φόρα παρτίδα ότι είναι δεξιοί, ενώ εμείς δεν μπορούσαμε καν να λέμε ότι είμαστε αριστεροί. Αριστεροί ήταν μόνο αυτοί που είχαν τα φόντα να είναι. Εμείς δεν θέλαμε να πέσουμε πάνω σε καμία ξαφνική ερώτηση τι είναι ο ινστρούχτορας ή ποιος ήταν ο συγγραφέας της Καγκελόπορτας. Δεν μπορούσαμε να είμαστε ούτε ΠΑΣΟΚ. Μόνο τους τελευταίους μήνες, λόγω ΣΥΡΙΖΑ, το ΠΑΣΟΚ αποκαταστάθηκε στη συλλογική συνείδηση ως αριστερή δύναμη. Τότε, ήταν χειρότερο από δεξιά, γιατί τουλάχιστον η δεξιά ποτέ δεν ξεπούλησε τις αριστερές ιδέες όπως είχε κάνει το ΠΑΣΟΚ. Ούτε όμως το Ανδρέα μπορούσαμε να βρίζουμε όσο ενδεχομένως θα θέλαμε, γιατί υπάρχει και ένα όριο πόσο μπορείς να βρίσεις κάποιον που θεωρείται αριστερός από κάποιους άλλους.
Μπορούσαμε να υπάρχουμε λοιπόν πολιτικά μόνο σε μία μικρή νησίδα, να ακροπατούμε κάθε φορά που μιλούσαμε, μπας και μας ξεφύγει καμιά ασύλληπτη βλακεία, και πέσουμε στο ηλεκτρικό σύρμα. Στο μεταξύ, απ’ έξω οι Νεοδημοκράτες έκοβαν βόλτες, και ψήφιζαν άμα λάχει και Σημίτη. Εμάς δεν μας πήγαινε το χέρι να ψηφίσουμε δεξιά, έτσι λέγαμε, και πώς να πάει, αφού έκανε μπζζζζζ η αριστερή συνείδηση και τιναζόσουν σύγκορμα.
Κάπως έτσι φτάσαμε στο μέσον της κρίσης να έχουμε πια όλοι στα σπίτια μας κρυμμένο Γεωργιάδη (ναι, αυτόν από το ΛΑΟΣ με τα γιλέκα), για να τον ακούμε να βρίζει τον Πολάκη και τον Τσίπρα. Δεν το λέμε φυσικά πιο έξω, γιατί ξέρουμε την εξίσωση: Εσύ = Γεωργιάδης = Βορίδης = Μιχαλολιάκος = Χρυσή Αυγή = Εσύ. Βγάλαμε μόνο στην ξαπλώστρα του μικρού μας νησιού, τον Φιλελεύθερο Σοσιαλισμό του Ροσέλι, για να αποδείξουμε ότι γίνονται τελικά και τα δύο. Να είσαι και δεξιός και αριστερός μαζί.
Την περασμένη Κυριακή ήμασταν πια έτοιμοι να ανατρέψουμε το καθεστώς από μέσα. Ψηφίσαμε Καμίνη, γιατί όταν του ζήτησε η Καθημερινή να περιγράψει την υποψηφιότητα του με πέντε λέξεις, εκείνος είπε εφτά: «Εκτός των τειχών, ανατρεπτική, ενωτική, φιλελεύθερη, αριστερή». Το τείχος θα έπεφτε, θα μπορούσαμε και εμείς να πηγαινοερχόμαστε: μοντέρνα δεξιά, ευρωπαϊκή αριστερά, φιλελεύθερο κέντρο. Και όλα αυτά χωρίς να ξεμυτίσουμε από το ΠΑΣΟΚ.
Όλα ήταν έτοιμα, αλλά βγήκε η Φώφη. Ακόμη χειρότερα, δεν βγήκε ακόμη, πρέπει τώρα να πάμε και τη δεύτερη Κυριακή και να ψηφίσουμε τον Ανδρουλάκη. Την ψήφο δεν την αφήνεις ποτέ στη μέση επειδή δεν σου αρέσει πώς ψήφισαν οι άλλοι. Υπάρχει βέβαια μία τρύπα στο σύρμα, και ακούμε ότι από εκεί αβέρτα φιλελεύθεροι ΠΑΣΟΚοι αυτομολούν στη δεξιά του Μητσοτάκη. Δημοσίως τους έχουμε για «απολιτίκ», για Παναθηναϊκούς που έγιναν Ολυμπιακοί στα 40. Ιδιωτικώς, ζηλεύουμε την ελευθερία τους. Εμείς δεν αλλάζουμε, παραμένουμε πιστοί στο βαθιά πολιτικό δόγμα: καλύτερα παπάκι, παρά τον Μητσοτάκη. Θα ψηφίζαμε δίκυκλο πενηντάρι, και κάποιοι νομίζουν ότι θα έχουμε δισταγμό ανάμεσα στους υποψηφίους της Κυριακής. Λες και δεν μας ξέρουν τόσα χρόνια.
Ο Μαγκουφης κι ο Σημιτης
Ας δούμε ποια είναι η κυρίαρχη αφήγηση στη χώρα μας για τον ΣΥΡΙΖΑ. Υπήρξε ένα παραδοσιακά μικρό, αριστερό κόμμα που εξαιτίας της κρίσης, μεγάλωσε και αντικατέστησε το ΠΑΣΟΚ.
Σύμφωνοι, ο Σκουρλέτης δεν έχει σχέση με τον Γιαννίτση. Μήπως όμως είχε με τον Λυκούδη; Είχε σχέση ο Σημίτης με τον Κουρή; Όση η Δάφνη με τη Μιμή. Ο Αγγελόπουλος με τον Λαζόπουλο, για να αντιπαραβάλλουμε τους καλλιτέχνες που συνομιλούσαν με την κυβέρνηση Σημίτη με τους συνομιλητές του σημερινού πρωθυπουργού. Αν το εκλογικό μας σύστημα ήταν πλειοψηφικό, όλοι οι παραπάνω, είτε ως ψηφοφόροι είτε ως υποψήφιοι, θα ήταν στο ίδιο κόμμα, όπως συμβαίνει για παράδειγμα με τους Εργατικούς στην Αγγλία.
Ο Άδωνις Γεωργιάδης, τον οποίο οι απανταχού αντί-ΣΥΡΙΖΑ βάζουν στο youtube, εναλλάξ με Βενιζέλο στο vimeo, για να ξεθυμάνουν με ανελέητο μαστίγωμα Συριζαίων χωρίς παύσεις και σαρδάμ, το έχει πει πολλές φορές: η μεγαλύτερη επιτυχία του ΣΥΡΙΖΑ είναι πως ο κόσμος δεν θα ψηφίσει ποτέ ξανά αριστερά. Πολλοί ΠΑΣΟΚοι ή Ποταμίσιοι ή όπως τέλος πάντων θα ονομαστούν στο τέλος, τον ακούνε και σκέφτονται «πες τα Χρυσόστομε». Ίσως να ξεχνάνε πως η θεωρία Γεωργιάδη περιλαμβάνει και τους ίδιους. Αν ο ΣΥΡΙΖΑ είναι κατά γενική ομολογία ο διάδοχος του ΠΑΣΟΚ, γιατί ο κόσμος να τους διαχωρίσει στη συνείδηση του; Νομίζουν οι κεντρώοι του ΠΑΣΟΚ ότι όλοι συμμερίζονται το μένος τους για τον ΣΥΡΙΖΑ; Ένας φίλος, ψηφοφόρος της Νέας Δημοκρατίας, μου έγραψε πριν λίγες μέρες: Οι ΠΑΣΟΚοι μας τάραξαν για χρόνια στον λαϊκισμό. Ήρθε μετά ο Τσίπρας και αντί να φωνάζουμε εμείς, φωνάζουν πάλι αυτοί.
Η μεγαλύτερη παγίδα για τον χώρο της κεντροαριστεράς είναι η αντίληψή της πως η δική της αποστροφή για τον Τσίπρα είναι αρκετή για διαχωρίσει τη θέση της από εκείνον. Οι ίδιοι μπορεί να μισούν τον Βαρουφάκη, τον Παππά και το κακό συναπάντημα, αλλά το μήνυμα που περνάνε σε πολλούς είναι ότι απλώς αποστρέφονται μία εκδοχή του δικού τους ιδεολογικού χώρου, και κατά συνέπεια και τους ψηφοφόρους του. Αυτή η αποστροφή είναι αμοιβαία και διαχρονική. Το 1996 ο βουλευτής Τρικάλων Μαγκούφης είχε αποκαλέσει τον Σημίτη πολιτικό νάνο. Στη δήλωση αυτή συμπυκνώθηκε αυτοστιγμεί ο συμβολισμός της μάχης των εκσυγχρονιστών να επιβληθούν στο λαϊκό ΠΑΣΟΚ. Ο Μαγκούφης διεγράφη, αλλά επέστρεψε το 2000. Λίγα χρόνια αργότερα ο Σημίτης ανέθετε στον Κίμωνα Κουλούρη κυβερνητικό ρόλο, όχι για να κάνει έργο, αλλά για να συνομιλήσει ξανά με ένα εκλογικό σώμα που περιέγραφε πια το ΠΑΣΟΚ ως κλεισμένο σε γυάλα και ελιτίστικο. Ο Σημίτης υπήρξε πετυχημένος γιατί μπόρεσε με κόπο, συμβιβασμούς, και εκπτώσεις να συνομιλήσει με ένα κόμμα, και μία εκλογική βάση στην οποία δεν υπήρξε ποτέ δημοφιλής με τον τρόπο που αγαπήθηκε ο Ανδρέας.
Η κριτική στον ΣΥΡΙΖΑ είναι εύκολη, γιατί ο ίδιος είναι ένα εύκολο θύμα. Η παροιμιώδης ανεπάρκεια και οι κραυγαλέες αντιφάσεις, κρύβουν όμως μία παγίδα. Είναι τόσο διάτρητες, αβίαστα καταρριπτέες, ώστε τοποθετούν όσους αριστερούς τον εχθρεύονται σε ένα θανάσιμο καθεστώς αυταρέσκειας: να ρίχνουν δηλαδή ξανά και ξανά τον ΣΥΡΙΖΑ στα σχοινιά, χωρίς οι ίδιοι να χάνουν την αριστερή τους ταυτότητα, και να νομίζουν έτσι ότι εγκαθιδρύουν την υπεροχή τους.
Στην πραγματικότητα, όταν χτυπάς τον Μαγκούφη στο τέλος τις τρώει και ο Σημίτης. Ίσως σε αυτή την αλληλουχία να κρύβεται η θανατηφόρα συνταγή που ακολουθούν τα τελευταία χρόνια τα κεντροαριστερά κόμματα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η αδυναμία να συνομιλήσουν με ένα μεγάλο τμήμα του δικού τους εκλογικού κοινού, με τον τρόπο που γνώριζαν εδώ και δεκαετίες.
Δημοσίευση: Μεταρρύθμιση
Λευτεριας λιπασμα οι Εσθονοι
Το 1999, στο γήπεδο της Λιμνοπούλας, αγωνίστηκα με τα χρώματα του Πύρρου Ιωαννίνων, στη Β’ Ερασιτεχνική. Στην ομάδα μας, μερικά χρόνια πριν, είχε κάνει τα πρώτα του ποδοσφαιρικά βήματα, ο Γιώργος Κάκος, μετέπειτα παίκτης του ΠΑΣ Γιάννενα, και προσωπικός φρουρός του Τζιοβάνι, στο ματς Ολυμπιακός-ΠΑΣ.