Greece, Uncategorized

Είναι τα σέντερ μπακ, και δένουν τα κορδόνια τους στη σέντρα

Κάθε μέρα που περνάει ο Πάνος Καμμένος αποδεικνύεται αναντικατάστατος για να τον Αλέξη Τσίπρα. Όσοι καλούνται να παίξουν το ρόλο του (Λυμπερόπουλος, Πολάκης) είναι παίκτες Β’ Εθνικής που δεν σκοράρουν προεκλογικά, και δεν πρόκειται να βοηθήσουν τον ΣΥΡΙΖΑ να γλιτώσει τον υποβιβασμό.

Την ίδια στιγμή, ο μεγάλος στράικερ Καμμένος περιφέρεται χωρίς ομάδα, εξαιτίας της κρίσης μεγαλείου που έπιασε τον πρωθυπουργό. Ο τελευταίος έχει φορέσει τα καλά του, γιατί νομίζει ότι η ιστορία έμαθε πώς έρχεται σε νέα βερσιόν και τον ψάχνει για να τον προϋπαντήσει. Διαζύγιο με την ακροδεξιά, άνοιγμα στην κεντροαριστερά, στροφή στον ρεαλισμό. Ανάλογο ρόλο ανέλαβε και η Περιστέρα που περιφέρεται ως η συμπονετική εκδοχή του σκεπτόμενου του Ροντέν στις αίθουσες των δικαστηρίων. Η ιδέα τους να αρχίσουν να παριστάνουν στα 45 τον Σημίτη με τη Δάφνη μπορεί να είναι συναρπαστική για τους ίδιους. Για όλους τους υπόλοιπους όμως είναι μάπα.

Έχει αλλάξει και η εποχή. Το κύμα που έβγαλε στον αφρό τον Τσίπρα κοπάζει. Η άμπωτη δημιουργεί την ψευδαίσθηση και σε άλλους αυτόκλητους κλώνους ότι αρκεί να ακουμπήσουν το σώμα τους στα ρηχά, και η ιστορία θα τους περιμαζέψει. Ο Θεοχαρόπουλος παίζει τον Κύρκο. Ο Ραγκούσης τον Τρίτση. Γκολ όμως μηδέν.

Όσοι έμειναν στο ΠΑΣΟΚ, για πρώτη φορά μετά από δέκα χρόνια σκότους, νιώθουν τον πράσινο ήλιο να ζεσταίνει σιγά σιγά το κοκαλάκι τους. «Αφήστε μας να χρησιμοποιήσουμε ξανά τα σύμβολά μας», είπε πρόσφατα ο Ανδρέας Λοβέρδος στη Φώφη Γεννηματά. «Άσε μας κερία να κατέβουμε ως ΠΑΣΟΚ να δεις τι θα γίνει». Δεν είναι χαζοί. Βλέπουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ παραπαίει. Ξέρουν ότι σε κάποια ματς η μοναδική ελπίδα για να κερδίσεις είναι να κατεβάσεις έστω τις φανέλες. Είναι όμως υπεραισιόδοξοι. Και άγκολοι επίσης. Δεν πειράζει. Λένε πως κράτησαν την ομάδα στα δύσκολα χρόνια του μνημονίου. Είναι τα σέντερ μπακ και δένουν τα κορδόνια τους στη σέντρα. Ας τους αφήσουμε τουλάχιστον να χαρούνε τη στιγμή. Δεν είναι λίγο.

Standard
Greece

Δελφινάριο. Όλο  το παρασκήνιο.

Οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι εξοργισμένοι από την πρώτη μέρα της ανόδου του κόμματος στην εξουσία. Η οργή δεν τους αφήνει να δουν πόσο θλιβερές είναι οι μέρες που διάγει το κυβερνών κόμμα, αλλά και ο πρωθυπουργός προσωπικά.

Οι αντί-ΣΥΡΙΖΑ τρέχουν πίσω από κάθε νέα εξωφρενική ιστορία στην οποία πρωταγωνιστεί  ο πρωθυπουργός, κάθε καινούργια απίθανη ατάκα, και τελικά χάνουν τη μεγαλύτερη εικόνα. Είναι δύσκολο να μην παρασυρθείς, όταν ακούς τον Πολάκη να λέει ότι θα θάψει δημοσιογράφους ή βλέπεις τον Τσίπρα να παριστάνει τον ανήξερο συνοφρυωμένο στρατηγό, ενώ ξέρει ότι η φωτιά έχει ήδη θάψει κόσμο στο Μάτι.

Αλλά αυτά, όσο τραγικά και αν είναι, δεν πρόκειται να καθορίσουν το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Για να χάσει ο Τσίπρας τις εκλογές εξαιτίας της καταστροφής στο Μάτι, θα πρέπει να τον καταψηφίσουν και εκείνοι που σήκωναν τα τηλέφωνα στον κόσμο. Και πολλοί εξ αυτών είπαν την ίδια ιστορία με τον πρωθυπουργό εκείνο το βράδυ. Χιλιάδες άνθρωποι σε ηγετικές θέσεις-κλειδιά στην ελληνική δημόσια ζωή λένε την ίδια ιστορία πρωί-βράδυ, εδώ και δεκάδες χρόνια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει αλλού, και με τρόπο που θα έπρεπε να αποζημιώνει ηθικά τους εχθρούς του. Αν εστιάσουν το βλέμμα τους, θα δουν κι εκείνοι το εν πολλοίς απαρατήρητο μαρτύριο του Τσίπρα.

Ο πρωθυπουργός δεν μπόρεσε ποτέ να αφηγηθεί πειστικά την ιστορία της μεγάλης κεντροαριστεράς, αν και το επιδίωξε με πάθος. Για κάποιον που ονειρεύεται την προσωπική του μετάλλαξη του σε Μπερλινγκουέρ, το χτύπημα είναι μεγάλο. Ο κόσμος να σε κοιτάει αδιάφορα, σαν να του μιλάς αλαμπουρνέζικα, ενώ εσύ παλεύεις να λανσάρεις το προφίλ του πολιτικού που ασπάστηκε τον ρεαλισμό μετά από μία μεγάλη (17ώρη παρακαλώ) υπαρξιακή μάχη.

Οι Έλληνες όμως, δεν ψήφισαν τον Τσίπρα για να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, να υπογράφει εντυπωσιακές διεθνείς συνθήκες, και να γίνει η πατρική φιγούρα της κεντροαριστεράς. Τον ψήφισαν ως τον ατίθασο νεανία που θα τρίψει τα μνημόνια στη μούρη των μεγάλων. Να θέλεις λοιπόν να ενηλικιωθείς, να το φωνάζεις στους περαστικούς, και εκείνοι να προσπερνούν, είναι θρίλερ. Εν τω μεταξύ εσύ καίγεσαι. Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να υπάρξεις την επόμενη μέρα. Είναι ανάγκη μεγάλη να σε αφήσουν να είσαι πια κάποιος άλλος, αφού ο προηγούμενος τελείωσε. Το δράμα γίνεται βαρύ κι ασήκωτο, όταν ο Τσίπρας βλέπει ποιοι τελικά σταματούν, γιατί τους ενδιαφέρει και ως ενήλικας. Ο Μπίστης, ο Θεοχαρόπουλος και ο Τζομάκας. Είναι οι εμβληματικές φιγούρες του διαλόγου του ΣΥΡΙΖΑ με την κεντροαριστερά. Αυτοί εγγυώνται ότι η γέφυρα από την οποία ο πρωθυπουργός θα περάσει στην άλλη πλευρά, στην πολιτική του ενηλικίωση, θα αντέξει.  

Το δράμα δεν τελειώνει καν εδώ. Πρέπει να κρατήσεις και το μαγαζί ανοιχτό. Ο κόσμος έχει sold out το Δελφινάριο μέχρι τον Οκτώβριο. Το μεγάλο όνομα Καμμένος έπρεπε να φύγει, γιατί δεν θα χωράει στη νέα σεζόν. Κάποιοι, όπως ο Φλαμπουράρης, δεν έχουν πια γκελ. Ο Κουίκ λείπει σε κλεισμένες παραστάσεις σε ομογενείς: Καναδά, Αμερική, Αυστραλία. Στην Περιστέρα ο κόσμος χασμουριέται. Παρτενέρ στο σπαρταριστό νούμερο του καλού και κακού μπάτσου που κάποτε πουλούσε σαν ζεστό ψωμί, είναι πια ο Πολάκης. Νέες φωτογραφίες και διαρροές στον Τύπο, από κοινές διακοπές με τον πρωθυπουργό, όπως κάνανε  κάποτε με τον Καμμένο. Δεν πουλάει το ίδιο. Ο Τσίπρας περνιέται για χειρότερος. Ο Πολάκης δηλώνει επίσης αριστερός. Ποιος θα θελήσει να βλέπει συνέχεια τον κακό και τον κακό μπάτσο;

Οι παραστάσεις τελειώνουν. Και κανείς δεν ενδιαφέρεται για τα σχέδια της νέας σεζόν. Θα είναι Οκτώβριος, οι μέρες μικρότερες, το φάσμα επιστροφής στα πέτρινα χρόνια του 4.6%, με ηθοποιούς τον Μπίρλα και τον Κόρκο, ορατό. Δεν συνέρχεσαι εύκολα. Καλή τύχη.

Standard
Greece

Έτσι είναι ο Μήτσος. Τι να τον κάνουμε;

Πριν από λίγο καιρό ρώτησα ένα στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν θα μπορούσα να συνεχίσω να δημοσιεύω κείμενα στη διάρκεια μίας πιθανής επανάστασης. Το κόμμα στις βασικές του αρχές στην ιστοσελίδα του, παρουσιάζει ως τελικό του στόχο «την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της [και] προσεγγίζει την επανάσταση μέσα από την πάλη για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, την οργάνωση και ωρίμανση των δυνάμεων της επανάστασης».

Ο Μήτσος μου απάντησε ότι για ένα διάστημα αυτό δεν θα ήταν δυνατόν. Εδώ δεν θα λειτουργούσε η Βουλή, τα δικά μου τα άρθρα με μάραναν; Μετά βέβαια, σύμφωνα πάντα με τον συνομιλήτη μου, η Βουλή θα άνοιγε ξανά και θα ήταν ουσιαστικός θεσμός εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων. Όχι όπως η δική μας σήμερα ή για παράδειγμα η βρετανική Βουλή (όπου μόνο το 4% των βουλευτών προέρχονται από την εργατική τάξη).

Βέβαια, όλοι γνωρίζουμε ότι η λογοκρισία είναι το μικρότερο κακό στις επαναστάσεις. Αν είσαι παθιασμένος εναντίον του συστήματος, δεν σταματάς απλώς να γράφεις. Σε στέλνουν και στη φυλακή. Εγώ θα είχα τον Μήτσο, δεν θα κατέληγα σε μπουντρούμι. Γελάσαμε όταν του το είπα, αλλά μέσα μας, ξέραμε και οι δύο ότι ο Μήτσος μπροστά σε ένα στέλεχος της επανάστασης, τύπου Παππά ας πούμε, δεν θα έπιανε μία. Εγώ θα έμενα μέσα, και ο Μήτσος θα ξεροστάλιαζε έξω από το γραφείο του Επιτρόπου με την αίτηση χάριτος.

Όλα αυτά είναι θεωρητικά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν θα κάνει επανάσταση, ο Μήτσος δεν θα χτυπάει τις πόρτες του Μαξίμου για να βγάλει τους αντιφρονούντες φίλους του από τη φυλακή. Η συζήτηση όμως παραμένει άβολη και η άνεση του συνομιλητή μου όταν περιγράφει τη λογοκρισία (σε εμένα, όχι σε εκείνον) σοκαριστική.

Είναι ένα κλασικό παράδειγμα της επενοχοποίησης του ακραίου λόγου στις καθημερινές μας πολιτικές συζητήσεις και συνολικά στην πολιτική ζωή της Ελλάδας: «Αφού έτσι είναι ο Μήτσος, τον ξέρουμε. Τι να τον κάνουμε;». Έτσι είναι και οι φοιτητές που ψηφίζουν Πανσπουδαστική και ΚΚΕ, ένα κόμμα που αποθεώνει φόρα παρτίδα ανελεύθερα καθεστώτα. Έτσι και ο πρωθυπουργός που βρίσκει λογικό να απευθύνεται στο ΚΚΕ σαν δήθεν παραστρατημένη δύναμη της αριστεράς. Έτσι και η Αυγή που έδινε χθες  «-εν έτει 2019- ως “προσφορά” το “Αριστερισμός/παιδική αρρώστια του κομμουνισμού” του Β.Ι.Λένιν»;

Προφανώς και τα βιώματα που είχαν οι προηγούμενες γενιές έχουν σημαδέψει τα πολιτικά πιστεύω των σύγχρονων Ελλήνων. H μαρτυρία της Μαρίας Σιδέρη στο popaganda είναι μία υπενθύμιση του πώς φέρθηκε η Ελλάδα στους κομμουνιστές και τους αριστερούς. Η χώρα μας ήταν μέχρι ιστορικά πρόσφατα Ιράν, όχι αστεία.

Επειδή όμως η Ελλάδα ήταν Ιράν τη δεκαετία του ’50, μπορεί ένας νέος άνθρωπος σήμερα να ψηφίζει το κλείσιμο της Βουλής στο όνομα της ανατροπής, και μάλιστα με το επιχείρημα «έλα μωρέ άσε με να λέω, αφού δεν θα γίνει τελικά»; Ή να επικαλείται τον Βορίδη στη Νέα Δημοκρατία και τον Τσοχατζόπουλο στο ΠΑΣΟΚ για να αποδείξει ότι η δική του επιλογή είναι καλύτερη από τη δική σου; Ξαφνικά όποιος δεν ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ του Τσουκάτου και παράνομων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Αν διαφωνείς με το Όχι πάνω από το Ναι στο ψηφοδέλτιο για το δημοψήφισμα είσαι του συστήματος και δεν συμπαθείς τελικά και πολύ τα δημοψηφίσματα και το λαό. Και αυτά τα ακούς από ψηφοφόρους κομμάτων που θα καταργήσουν τα δημοψηφίσματα με επανάσταση για να τα επαναφέρουν μετά σε νέα, ακόμη καλύτερη εκδοχή (προφανώς με μόνο το όχι στο ψηφοδέλτιο).

Την ψήφο μας δεν μπορεί να την ορίζει ο αντίπαλος.  Αυτοί που ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία πρέπει να βρουν πιο πειστικούς λόγους από την ύπαρξη του Πολάκη στον ΣΥΡΙΖΑ, για να εξηγήσουν την επιλογή τους. Ούτε όμως όσοι επιλέγουν την αριστερά (από τον light Τσίπρα μέχρι το ΚΚΕ) μπορούν να επικαλούνται το καθεστώς του ’50 και τους σημερινούς του νοσταλγούς στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Η συμμετοχή με κριτήριο τον αντίπαλο είναι αρνητική επιλογή και σε μεγάλο βαθμό ψήφος υπεκφυγής. Και μπροστά στην κάλπη, η ευθύνη είναι ίδια για όλες και όλους μας, του Μήτσου συμπεριλαμβανομένου.

Standard
Greece

Κώστας Γαβράς: τρεις Λεβαδειακοί, σκάρτοι

Ο Κώστας Γαβράς θα πάρει 630.000 ευρώ από την ελληνική κυβέρνηση για να πει την ιστορία της. O σκηνοθέτης κάνει ταινία το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη για τη διαπραγμάτευση του 2015. Προφανώς και ο Γαβράς δικαιούται να ζητήσει (και υπό προϋποθέσεις να λάβει) κρατική χρηματοδότηση. Ούτε το κριτήριο μπορεί να είναι η άποψη του σκηνοθέτη. Τις ταινίες δεν τις χρηματοδοτούν οι φορολογούμενοι ανάλογα με το αν είναι δεξιές ή αριστερές. Ο δε Γαβράς είναι και μεγάλος σκηνοθέτης.

Ας υποθέσουμε ότι διαβάζουμε την ίδια είδηση για τον Κεν Λόουτς, και μία υποτιθέμενη ταινία του για το Brexit. Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (που χρηματοδοτείται εν μέρει από το υπουργείο Πολιτισμού) δίνει, ας πούμε, στον Λόουτς 500.000 λίρες για να διηγηθεί τις περιπέτειες της πρωθυπουργού Τερέζα Μέι. Θα λέγαμε άραγε την ίδια ιστορία που βλέπουμε τώρα σε κάποια μέσα για τον Γαβρά; Θα διαβάζαμε δηλαδή την είδηση ως σκάνδαλο κρατικής χρηματοδότησης σε έναν γνωστό σκηνοθέτη ώστε να γυρίσει μία στρατευμένη ταινία; Όχι. Θεωρούμε ότι το βρετανικό κράτος λειτουργεί ορθολογικά και ξέρουμε επίσης ότι ο Λόουτς είναι ένας ανατρεπτικός αριστερός σκηνοθέτης. Μάλλον θα το χρησιμοποιούσαμε ως παράδειγμα δίκαιης αντιμετώπισης ενός δημιουργού από μια φιλελεύθερη κυβέρνηση χωρίς παρωπίδες.

Βέβαια, στην περίπτωση του Γαβρά, εμπλέκεται ως αρμόδιος υπουργός ο Παππάς ο οποίος δίνει μέσω ΕΡΤ 267.000 ευρώ για το Λεβαδειακός-Λαμία. Για τα δεδομένα του υπουργού, η ταινία του Γαβρά είναι τρεις Λεβαδειακοί, σκάρτοι. Ας το αφήσουμε όμως κι αυτό στην άκρη. Στο κάτω κάτω ο Βαρουφάκης διαφώνησε και έφυγε. Η ταινία θα μπορούσε να είναι και δυσάρεστη για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το βασικό ερώτημα είναι αν η ταινία του Γαβρά θα είναι πιο ενδιαφέρουσα από το Λεβαδειακός-Λαμία, αφού υιοθετεί την αφήγηση του Βαρουφάκη για τη διαπραγμάτευση. Η αφήγηση αυτή είναι αυθαίρετη και στηρίζεται σε ένα απίθανο επιχείρημα. Δείτε εδώ τον Γιάννη Δραγασάκη να το αναπτύσσει: «Πιστεύαμε ότι θα τινάζαμε τις αγορές στον αέρα (…) ήταν όμως λάθος εκτίμηση (…) προς έκπληξή μας ο κ. Σόιμπλε πρότεινε στον κ. Βαρουφάκη να μας βοηθήσει αν θέλουμε να βγούμε».

Το πρόβλημα είναι ότι ο Δραγασάκης περιγράφει το σοκ και δέος που ένιωσε το 2015, ενώ ο Σόιμπλε είχε κάνει την ίδια πρόταση και στον Βενιζέλο το 2011. Δεν ήταν καν μυστικό. Την ήξερε ήδη όλη η Ελλάδα, πολύ καιρό πριν γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Δραγασάκης με τον Βαρουφάκη είναι σαν θυμήθηκαν να ουρλιάξουν με τρία χρόνια καθυστέρηση από τότε που φάγανε την τρομάρα όλοι οι υπόλοιποι.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς θα είναι η ταινία του Γαβρά. Δεν βοηθάει όμως η ιδέα ότι θα βλέπουμε ένα πολιτικό θρίλερ, γνωρίζοντας ότι η τρομάρα που τραβάνε οι πρωταγωνιστές είναι ετεροχρονισμένη. Εκτός αν ο σκηνοθέτης, τους κάνει και λίγη πλάκα.  Το ζήτημα βέβαια είναι ποιος θα έχει κουράγιο να γελάσει, όταν θα ξέρει ότι το σενάριο της ταινίας δεν κόστισε απλά μερικούς Λεβαδειακούς, αλλά 80 δισεκατομμύρια.

Standard