Greece

Δελφινάριο. Όλο  το παρασκήνιο.

Οι αντίπαλοι του ΣΥΡΙΖΑ είναι εξοργισμένοι από την πρώτη μέρα της ανόδου του κόμματος στην εξουσία. Η οργή δεν τους αφήνει να δουν πόσο θλιβερές είναι οι μέρες που διάγει το κυβερνών κόμμα, αλλά και ο πρωθυπουργός προσωπικά.

Οι αντί-ΣΥΡΙΖΑ τρέχουν πίσω από κάθε νέα εξωφρενική ιστορία στην οποία πρωταγωνιστεί  ο πρωθυπουργός, κάθε καινούργια απίθανη ατάκα, και τελικά χάνουν τη μεγαλύτερη εικόνα. Είναι δύσκολο να μην παρασυρθείς, όταν ακούς τον Πολάκη να λέει ότι θα θάψει δημοσιογράφους ή βλέπεις τον Τσίπρα να παριστάνει τον ανήξερο συνοφρυωμένο στρατηγό, ενώ ξέρει ότι η φωτιά έχει ήδη θάψει κόσμο στο Μάτι.

Αλλά αυτά, όσο τραγικά και αν είναι, δεν πρόκειται να καθορίσουν το μέλλον του ΣΥΡΙΖΑ. Για να χάσει ο Τσίπρας τις εκλογές εξαιτίας της καταστροφής στο Μάτι, θα πρέπει να τον καταψηφίσουν και εκείνοι που σήκωναν τα τηλέφωνα στον κόσμο. Και πολλοί εξ αυτών είπαν την ίδια ιστορία με τον πρωθυπουργό εκείνο το βράδυ. Χιλιάδες άνθρωποι σε ηγετικές θέσεις-κλειδιά στην ελληνική δημόσια ζωή λένε την ίδια ιστορία πρωί-βράδυ, εδώ και δεκάδες χρόνια.

Ο ΣΥΡΙΖΑ χάνει αλλού, και με τρόπο που θα έπρεπε να αποζημιώνει ηθικά τους εχθρούς του. Αν εστιάσουν το βλέμμα τους, θα δουν κι εκείνοι το εν πολλοίς απαρατήρητο μαρτύριο του Τσίπρα.

Ο πρωθυπουργός δεν μπόρεσε ποτέ να αφηγηθεί πειστικά την ιστορία της μεγάλης κεντροαριστεράς, αν και το επιδίωξε με πάθος. Για κάποιον που ονειρεύεται την προσωπική του μετάλλαξη του σε Μπερλινγκουέρ, το χτύπημα είναι μεγάλο. Ο κόσμος να σε κοιτάει αδιάφορα, σαν να του μιλάς αλαμπουρνέζικα, ενώ εσύ παλεύεις να λανσάρεις το προφίλ του πολιτικού που ασπάστηκε τον ρεαλισμό μετά από μία μεγάλη (17ώρη παρακαλώ) υπαρξιακή μάχη.

Οι Έλληνες όμως, δεν ψήφισαν τον Τσίπρα για να βγάλει τη χώρα από τα μνημόνια, να υπογράφει εντυπωσιακές διεθνείς συνθήκες, και να γίνει η πατρική φιγούρα της κεντροαριστεράς. Τον ψήφισαν ως τον ατίθασο νεανία που θα τρίψει τα μνημόνια στη μούρη των μεγάλων. Να θέλεις λοιπόν να ενηλικιωθείς, να το φωνάζεις στους περαστικούς, και εκείνοι να προσπερνούν, είναι θρίλερ. Εν τω μεταξύ εσύ καίγεσαι. Πρέπει να βρεις έναν τρόπο να υπάρξεις την επόμενη μέρα. Είναι ανάγκη μεγάλη να σε αφήσουν να είσαι πια κάποιος άλλος, αφού ο προηγούμενος τελείωσε. Το δράμα γίνεται βαρύ κι ασήκωτο, όταν ο Τσίπρας βλέπει ποιοι τελικά σταματούν, γιατί τους ενδιαφέρει και ως ενήλικας. Ο Μπίστης, ο Θεοχαρόπουλος και ο Τζομάκας. Είναι οι εμβληματικές φιγούρες του διαλόγου του ΣΥΡΙΖΑ με την κεντροαριστερά. Αυτοί εγγυώνται ότι η γέφυρα από την οποία ο πρωθυπουργός θα περάσει στην άλλη πλευρά, στην πολιτική του ενηλικίωση, θα αντέξει.  

Το δράμα δεν τελειώνει καν εδώ. Πρέπει να κρατήσεις και το μαγαζί ανοιχτό. Ο κόσμος έχει sold out το Δελφινάριο μέχρι τον Οκτώβριο. Το μεγάλο όνομα Καμμένος έπρεπε να φύγει, γιατί δεν θα χωράει στη νέα σεζόν. Κάποιοι, όπως ο Φλαμπουράρης, δεν έχουν πια γκελ. Ο Κουίκ λείπει σε κλεισμένες παραστάσεις σε ομογενείς: Καναδά, Αμερική, Αυστραλία. Στην Περιστέρα ο κόσμος χασμουριέται. Παρτενέρ στο σπαρταριστό νούμερο του καλού και κακού μπάτσου που κάποτε πουλούσε σαν ζεστό ψωμί, είναι πια ο Πολάκης. Νέες φωτογραφίες και διαρροές στον Τύπο, από κοινές διακοπές με τον πρωθυπουργό, όπως κάνανε  κάποτε με τον Καμμένο. Δεν πουλάει το ίδιο. Ο Τσίπρας περνιέται για χειρότερος. Ο Πολάκης δηλώνει επίσης αριστερός. Ποιος θα θελήσει να βλέπει συνέχεια τον κακό και τον κακό μπάτσο;

Οι παραστάσεις τελειώνουν. Και κανείς δεν ενδιαφέρεται για τα σχέδια της νέας σεζόν. Θα είναι Οκτώβριος, οι μέρες μικρότερες, το φάσμα επιστροφής στα πέτρινα χρόνια του 4.6%, με ηθοποιούς τον Μπίρλα και τον Κόρκο, ορατό. Δεν συνέρχεσαι εύκολα. Καλή τύχη.

Standard
Greece

Έτσι είναι ο Μήτσος. Τι να τον κάνουμε;

Πριν από λίγο καιρό ρώτησα ένα στέλεχος της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, αν θα μπορούσα να συνεχίσω να δημοσιεύω κείμενα στη διάρκεια μίας πιθανής επανάστασης. Το κόμμα στις βασικές του αρχές στην ιστοσελίδα του, παρουσιάζει ως τελικό του στόχο «την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από την εργατική τάξη και τους συμμάχους της [και] προσεγγίζει την επανάσταση μέσα από την πάλη για την υλοποίηση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος, την οργάνωση και ωρίμανση των δυνάμεων της επανάστασης».

Ο Μήτσος μου απάντησε ότι για ένα διάστημα αυτό δεν θα ήταν δυνατόν. Εδώ δεν θα λειτουργούσε η Βουλή, τα δικά μου τα άρθρα με μάραναν; Μετά βέβαια, σύμφωνα πάντα με τον συνομιλήτη μου, η Βουλή θα άνοιγε ξανά και θα ήταν ουσιαστικός θεσμός εκπροσώπησης των λαϊκών στρωμάτων. Όχι όπως η δική μας σήμερα ή για παράδειγμα η βρετανική Βουλή (όπου μόνο το 4% των βουλευτών προέρχονται από την εργατική τάξη).

Βέβαια, όλοι γνωρίζουμε ότι η λογοκρισία είναι το μικρότερο κακό στις επαναστάσεις. Αν είσαι παθιασμένος εναντίον του συστήματος, δεν σταματάς απλώς να γράφεις. Σε στέλνουν και στη φυλακή. Εγώ θα είχα τον Μήτσο, δεν θα κατέληγα σε μπουντρούμι. Γελάσαμε όταν του το είπα, αλλά μέσα μας, ξέραμε και οι δύο ότι ο Μήτσος μπροστά σε ένα στέλεχος της επανάστασης, τύπου Παππά ας πούμε, δεν θα έπιανε μία. Εγώ θα έμενα μέσα, και ο Μήτσος θα ξεροστάλιαζε έξω από το γραφείο του Επιτρόπου με την αίτηση χάριτος.

Όλα αυτά είναι θεωρητικά. Η ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν θα κάνει επανάσταση, ο Μήτσος δεν θα χτυπάει τις πόρτες του Μαξίμου για να βγάλει τους αντιφρονούντες φίλους του από τη φυλακή. Η συζήτηση όμως παραμένει άβολη και η άνεση του συνομιλητή μου όταν περιγράφει τη λογοκρισία (σε εμένα, όχι σε εκείνον) σοκαριστική.

Είναι ένα κλασικό παράδειγμα της επενοχοποίησης του ακραίου λόγου στις καθημερινές μας πολιτικές συζητήσεις και συνολικά στην πολιτική ζωή της Ελλάδας: «Αφού έτσι είναι ο Μήτσος, τον ξέρουμε. Τι να τον κάνουμε;». Έτσι είναι και οι φοιτητές που ψηφίζουν Πανσπουδαστική και ΚΚΕ, ένα κόμμα που αποθεώνει φόρα παρτίδα ανελεύθερα καθεστώτα. Έτσι και ο πρωθυπουργός που βρίσκει λογικό να απευθύνεται στο ΚΚΕ σαν δήθεν παραστρατημένη δύναμη της αριστεράς. Έτσι και η Αυγή που έδινε χθες  «-εν έτει 2019- ως “προσφορά” το “Αριστερισμός/παιδική αρρώστια του κομμουνισμού” του Β.Ι.Λένιν»;

Προφανώς και τα βιώματα που είχαν οι προηγούμενες γενιές έχουν σημαδέψει τα πολιτικά πιστεύω των σύγχρονων Ελλήνων. H μαρτυρία της Μαρίας Σιδέρη στο popaganda είναι μία υπενθύμιση του πώς φέρθηκε η Ελλάδα στους κομμουνιστές και τους αριστερούς. Η χώρα μας ήταν μέχρι ιστορικά πρόσφατα Ιράν, όχι αστεία.

Επειδή όμως η Ελλάδα ήταν Ιράν τη δεκαετία του ’50, μπορεί ένας νέος άνθρωπος σήμερα να ψηφίζει το κλείσιμο της Βουλής στο όνομα της ανατροπής, και μάλιστα με το επιχείρημα «έλα μωρέ άσε με να λέω, αφού δεν θα γίνει τελικά»; Ή να επικαλείται τον Βορίδη στη Νέα Δημοκρατία και τον Τσοχατζόπουλο στο ΠΑΣΟΚ για να αποδείξει ότι η δική του επιλογή είναι καλύτερη από τη δική σου; Ξαφνικά όποιος δεν ψηφίζει ΣΥΡΙΖΑ είναι υπέρ του Τσουκάτου και παράνομων ιδιωτικών τηλεοπτικών σταθμών. Αν διαφωνείς με το Όχι πάνω από το Ναι στο ψηφοδέλτιο για το δημοψήφισμα είσαι του συστήματος και δεν συμπαθείς τελικά και πολύ τα δημοψηφίσματα και το λαό. Και αυτά τα ακούς από ψηφοφόρους κομμάτων που θα καταργήσουν τα δημοψηφίσματα με επανάσταση για να τα επαναφέρουν μετά σε νέα, ακόμη καλύτερη εκδοχή (προφανώς με μόνο το όχι στο ψηφοδέλτιο).

Την ψήφο μας δεν μπορεί να την ορίζει ο αντίπαλος.  Αυτοί που ψηφίζουν Νέα Δημοκρατία πρέπει να βρουν πιο πειστικούς λόγους από την ύπαρξη του Πολάκη στον ΣΥΡΙΖΑ, για να εξηγήσουν την επιλογή τους. Ούτε όμως όσοι επιλέγουν την αριστερά (από τον light Τσίπρα μέχρι το ΚΚΕ) μπορούν να επικαλούνται το καθεστώς του ’50 και τους σημερινούς του νοσταλγούς στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Η συμμετοχή με κριτήριο τον αντίπαλο είναι αρνητική επιλογή και σε μεγάλο βαθμό ψήφος υπεκφυγής. Και μπροστά στην κάλπη, η ευθύνη είναι ίδια για όλες και όλους μας, του Μήτσου συμπεριλαμβανομένου.

Standard
Brexit

Brexit: Γιατί η παράταση της παράτασης ίσως παραταθεί

Θα φύγουν τελικά οι Βρετανοί ή όχι από την Ευρωπαϊκή Ένωση; Έχουν έξι μήνες να αποφασίσουν, μέχρι τις 31 Οκτωβρίου, ημέρα που εκπνέει η νέα προθεσμία της ΕΕ. Είναι η δεύτερη παράταση που παίρνει η Βρετανία, είχε μεσολαβήσει και μία μικρή (από 29 Μαρτίου έως 12 Απριλίου).

Τέσσερα είναι τα σενάρια:

Σενάριο πρώτο: Οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των δύο μεγάλων κομμάτων ευδοκιμούν. Αυτές τις μέρες η πρωθυπουργός Τερέζα Μέι και ο αρχηγός της αντιπολίτευσης Τζέρεμι Κόρμπιν προσπαθούν να καταλήξουν στον εξής συμβιβασμό: ναι στους όρους εξόδου που πρότεινε η κυβέρνηση (αλλά απέρριψε ήδη τρεις φορές η Βουλή), με τρεις προϋποθέσεις που θα ισχύσουν μετά το Brexit:  παραμονή στην τελωνειακή ένωση, στενή σχέση με την ενιαία αγορά και ευθυγράμμισητης βρετανικής και ευρωπαϊκή νομοθεσία σε εργασιακά, περιβαλλοντικά ζητήματα.

Το σενάριο είναι μάλλον απίθανο. Πρώτον, οι όροι που βάζουν οι Εργατικοί δεν αφορούν τον τρόπο εξόδου. Αυτός έχει συμφωνηθεί με την ΕΕ και δεν αλλάζει. Η αντιπολίτευση προσπαθεί να αλλάξει τη μελλοντική εμπορική συμφωνία, την οποία όμως θα διαπραγματευθεί ο διάδοχος της Τερέζα Μέι (η ίδια δήλωσε ότι θα φύγει μόλις ολοκληρωθεί η έξοδος). Υποτίθεται ότι η συμφωνία Κόρμπιν-Μέι θα είναι δεσμευτική για την επόμενη Βουλή. Καλή τύχη και στους δύο αν προσπαθήσουν να δεσμεύουν από τώρα κάποιον όπως ο Μπόρις Τζόνσον για παράδειγμα. Δεύτερον, ούτε η Μέι, ούτε ο Κόρμπιν έχουν νομιμοποίηση μέσα στα κόμματά τους, ώστε να καταλήξουν συμφωνία. Για τους ευρωσκεπτικιστές των Συντηρητικών η τελωνειακή ένωση ισοδυναμεί με Remain. Οι φιλοευρωπαϊστές Εργατικοί δεν θέλουν η Βρετανία να φύγει από την ΕΕ.

Μέχρι στιγμής το Brexit είναι συνεπές μόνο προς τη βραδύτητα του. Σε αντίθεση με τα τελεσίγραφα, τους γκρεμούς και τα σημεία χωρίς επιστροφή που ακούμε εδώ και τρία χρόνια, το Brexit σέρνεται.

Σενάριο δεύτερο: Η συμφωνία των δύο μεγάλων κομμάτων περνάει από τη Βουλή, αλλά με τον όρο ότι θα γίνει δεύτερο δημοψήφισμα, ώστε να αποφασίσουν οι πολίτες αν προτιμούν το συγκεκριμένο Brexit από την παραμονή στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Και αυτό το σενάριο έχει πολύ λίγες πιθανότητες, τουλάχιστον στην παρούσα συγκυρία. Με το δημοψήφισμα διαφωνούν και η Τερέζα Μέι και ο Τζέρεμι Κόρμπιν. Φοβούνται ότι αν αγνοήσουν το αποτέλεσμα του 2016, ο κόσμος θα τιμωρήσει τους ίδιους και τα κόμματά τους. Επιπλέον, με την εξάμηνη παράταση και την (μάλλον οριστική) εγκατάλειψη του καταστροφικου σεναρίου ενός άτακτου Brexit, η λύση του δράματος παύει να είναι επείγουσα. Γιατί οι Βρετανοί να καταφύγουν σε μία ριζοσπαστική λύση που θα προκαλέσει νέα πόλωση σε μία ήδη βαθιά διχασμένη κοινωνία;  Για τους οπαδούς του δεύτερου δημοψηφίσματος (σε αυτούς συμπεριλαμβάνεται και η ΕΕ η οποία σημειωτέρον δεν το έθεσε τη διεξαγωγή του, ως όρο της παράτασης, όπως αρχικά υποστήριζε) το διαρκές ξεφούσκωμα του Brexit είναι επίσης βολική λύση.

Σενάριο τρίτο: Εθνικές εκλογές. Ένας νέος πρωθυπουργός (είτε ο Τζέρεμι Κόρμπιν, είτε ο διάδοχος της Τερέζα Μέι) τερματίζει το αδιέξοδο. Με μία εκλογική νίκη (πιθανώς καθαρή) θα έχει την έγκριση του κόσμου και πιθανώς ικανή κοινοβουλευτική πλειοψηφία ώτε να προχωρήσει με το σχέδιο του. Δεν ξέρουμε ποιο θα είναι το σχέδιο βέβαια, αφού εξαρτάται ποιος θα είναι ο επόμενος πρωθυπουργός. Πιθανώς ένα ήπιο Brexit που θα φαίνεται να κερδίζει διαρκώς έδαφος ανάμεσα στους βουλευτές και θα αναζητηθεί με νέες διερευνητικές ψηφοφορίες των βουλευτών. 

Και αυτό το σενάριο είναι όμως δύσκολο. Δεν υπάρχει κάποια πολιτική δύναμη, ούτε κάποιος πολιτικός που να δίνουν την αίσθηση στην κοινή γνώμη ότι είναι εν δυνάμει ρυθμιστές των εξελίξεων. Ούτε η επιτυχία ενός συγκεκριμένου σχεδίου είναι εύκολη. Αντιθέτως, όπως είδαμε ήδη στις κοινοβουλευτικές ψηφοφορίες που έχουν ήδη γίνει, διαφορετικές ομάδες βουλευτών επιδιώκουν διαφορετικές εκδοχές του Brexit. 

Σενάριο τέταρτο: Παράταση της παράτασης. Η Βρετανία δεν θα έχει καταφέρει να βρει λύση μέχρι τις 31 Οκτωβρίου, οπότε η Ευρωπαϊκή Ένωση θα δώσει εκ νέου παράταση. Είναι κάτι που δεν αποκλείουν οι Βρυξέλλες, ούτε το Λονδίνο.

Είναι επίσης το πιθανότερο σενάριο. Πρώτον, μέχρι στιγμής το Brexit είναι συνεπές μόνο προς τη βραδύτητα του. Σε αντίθεση με τα τελεσίγραφα, τους γκρεμούς και τα σημεία χωρίς επιστροφή που ακούμε εδώ και τρία χρόνια, το Brexit σέρνεται. Για την ακρίβεια, μετά από κάθε σημείο χωρίς επιστροφή διαβάζουμε ότι γυρίσαμε ξανά στο σημείο μηδέν. Δεύτερον, η Ευρωπαϊκή Ένωση που έχει πλέον τον έλεγχο των ημερομηνιών είναι θετική απέναντι σε οποιαδήποτε εξέλιξη καθυστερεί την οριστική έξοδο των Βρετανών.  

To Brexit αργεί (όπως πάντα).

Standard
Greece

Κώστας Γαβράς: τρεις Λεβαδειακοί, σκάρτοι

Ο Κώστας Γαβράς θα πάρει 630.000 ευρώ από την ελληνική κυβέρνηση για να πει την ιστορία της. O σκηνοθέτης κάνει ταινία το βιβλίο του Γιάνη Βαρουφάκη για τη διαπραγμάτευση του 2015. Προφανώς και ο Γαβράς δικαιούται να ζητήσει (και υπό προϋποθέσεις να λάβει) κρατική χρηματοδότηση. Ούτε το κριτήριο μπορεί να είναι η άποψη του σκηνοθέτη. Τις ταινίες δεν τις χρηματοδοτούν οι φορολογούμενοι ανάλογα με το αν είναι δεξιές ή αριστερές. Ο δε Γαβράς είναι και μεγάλος σκηνοθέτης.

Ας υποθέσουμε ότι διαβάζουμε την ίδια είδηση για τον Κεν Λόουτς, και μία υποτιθέμενη ταινία του για το Brexit. Το Βρετανικό Ινστιτούτο Κινηματογράφου (που χρηματοδοτείται εν μέρει από το υπουργείο Πολιτισμού) δίνει, ας πούμε, στον Λόουτς 500.000 λίρες για να διηγηθεί τις περιπέτειες της πρωθυπουργού Τερέζα Μέι. Θα λέγαμε άραγε την ίδια ιστορία που βλέπουμε τώρα σε κάποια μέσα για τον Γαβρά; Θα διαβάζαμε δηλαδή την είδηση ως σκάνδαλο κρατικής χρηματοδότησης σε έναν γνωστό σκηνοθέτη ώστε να γυρίσει μία στρατευμένη ταινία; Όχι. Θεωρούμε ότι το βρετανικό κράτος λειτουργεί ορθολογικά και ξέρουμε επίσης ότι ο Λόουτς είναι ένας ανατρεπτικός αριστερός σκηνοθέτης. Μάλλον θα το χρησιμοποιούσαμε ως παράδειγμα δίκαιης αντιμετώπισης ενός δημιουργού από μια φιλελεύθερη κυβέρνηση χωρίς παρωπίδες.

Βέβαια, στην περίπτωση του Γαβρά, εμπλέκεται ως αρμόδιος υπουργός ο Παππάς ο οποίος δίνει μέσω ΕΡΤ 267.000 ευρώ για το Λεβαδειακός-Λαμία. Για τα δεδομένα του υπουργού, η ταινία του Γαβρά είναι τρεις Λεβαδειακοί, σκάρτοι. Ας το αφήσουμε όμως κι αυτό στην άκρη. Στο κάτω κάτω ο Βαρουφάκης διαφώνησε και έφυγε. Η ταινία θα μπορούσε να είναι και δυσάρεστη για τον ΣΥΡΙΖΑ.

Το βασικό ερώτημα είναι αν η ταινία του Γαβρά θα είναι πιο ενδιαφέρουσα από το Λεβαδειακός-Λαμία, αφού υιοθετεί την αφήγηση του Βαρουφάκη για τη διαπραγμάτευση. Η αφήγηση αυτή είναι αυθαίρετη και στηρίζεται σε ένα απίθανο επιχείρημα. Δείτε εδώ τον Γιάννη Δραγασάκη να το αναπτύσσει: «Πιστεύαμε ότι θα τινάζαμε τις αγορές στον αέρα (…) ήταν όμως λάθος εκτίμηση (…) προς έκπληξή μας ο κ. Σόιμπλε πρότεινε στον κ. Βαρουφάκη να μας βοηθήσει αν θέλουμε να βγούμε».

Το πρόβλημα είναι ότι ο Δραγασάκης περιγράφει το σοκ και δέος που ένιωσε το 2015, ενώ ο Σόιμπλε είχε κάνει την ίδια πρόταση και στον Βενιζέλο το 2011. Δεν ήταν καν μυστικό. Την ήξερε ήδη όλη η Ελλάδα, πολύ καιρό πριν γίνει κυβέρνηση ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο Δραγασάκης με τον Βαρουφάκη είναι σαν θυμήθηκαν να ουρλιάξουν με τρία χρόνια καθυστέρηση από τότε που φάγανε την τρομάρα όλοι οι υπόλοιποι.

Δεν μπορούμε να ξέρουμε πώς θα είναι η ταινία του Γαβρά. Δεν βοηθάει όμως η ιδέα ότι θα βλέπουμε ένα πολιτικό θρίλερ, γνωρίζοντας ότι η τρομάρα που τραβάνε οι πρωταγωνιστές είναι ετεροχρονισμένη. Εκτός αν ο σκηνοθέτης, τους κάνει και λίγη πλάκα.  Το ζήτημα βέβαια είναι ποιος θα έχει κουράγιο να γελάσει, όταν θα ξέρει ότι το σενάριο της ταινίας δεν κόστισε απλά μερικούς Λεβαδειακούς, αλλά 80 δισεκατομμύρια.

Standard