O Kοεν στο Καναλι

Την πρώτη φορά που είδα τον Λέοναρντ Κόεν ήταν στο Κανάλι Πρεβέζης, στην τηλεόραση της τραπεζαρίας του ξενοδοχείου Νίκος Χοτέλ. Είχαμε πάει για οικογενειακό τριήμερο και ήμουν έκτη δημοτικού.

Είχαμε φτάσει το προηγούμενο βράδυ, αλλά είχαμε κάνει λάθος το ξενοδοχείο, ο ρεσεψιονίστ κοιτούσε τη λίστα και δεν μπορούσε να μας βρει, και εγώ ήμουν ακόμη ράκος που δεν υπήρχε λύση στο πρόβλημα που είχαμε δημιουργήσει. Ο Κόεν δεν έμοιαζε με τον Σάιμον Λε Μπον, ήταν βλοσυρός και λίγο ταλαιπωρημένος, σαν κακός ξένος άνθρωπος. Το τραγούδι του ήταν ένα από τα καινούργια βίντεο κλιπ, το Dance me to the End of Love. Η μελωδία ακουγόταν σαν ελληνική, στενάχωρη, αλλά και σύγχρονη, σαν νέο κύμα και Τσανακλίδου μαζί. Ο Κόεν ήταν από αυτούς τους τραγουδιστές που όταν τους βλέπεις πρώτη φορά, ξέρεις ήδη κάτι γι’ αυτούς και δεν μπαίνεις στον κόπο να βρεις τι ακριβώς. Μετά, όταν γίνεσαι φαν επισήμως, ψάχνεις να εντοπίσεις την ακριβή στιγμή της πρώτης γνωριμίας, αλλά τότε είναι βασανιστικά αργά. Ίσως να είχα ήδη ακούσει ότι είχε σπίτι στην Ύδρα, μία ιστορία συλλογικά οικειοποιημένη στη χώρα μας, και τόσο συχνή, όσο η λαμπερή γκρίζα ράχη του Φύλακα στη Σίκαλη στα ξένα σπίτια.

Ίσως να το μπερδεύω ακόμη με το First We Take Manhattan που ήταν εξίσου λυπητερό και ακόμη πιο τρομακτικό και έλεγε για sister και drugs και I don’t like your business και κάποιον mister. Στο μυαλό μου ήταν όλα μαζί: η sister ήταν η μπαλαρίνα από το Dance me to the End of Love, ο νεκρός που τον σκεπάζανε παγωμένο με σεντόνι στο βίντεο κλιπ και ο Κόεν τάχα να τραγουδάει στην οθόνη με την μπανάνα στο χέρι και τα γυαλιά ηλίου, με φόντο την τζαμαρία του ξενοδοχείου και τη λιακάδα στο Κανάλι.

Κάπως σαν ο τραγουδιστής να αρπάχτηκε από κάπου μέσα μου χωρίς να με ρωτήσει.
Πολλά χρόνια μετά (τότε φαινόταν σαν μια ζωή, σήμερα που τα μετράω είναι μόνο εφτά) αποφάσισα από μόνος μου να μου αρέσει και θύμωνα που μία τραγουδάρα όπως το First we Take Manhattan έχει ενορχήστρωση σαν το σήμα από τους Ιερόσυλους. Ήθελα ο Κόεν να έχει για παραγωγό τον Μπρίαν Ίνο και ωραίες ρυθμικές κιθάρες με παραμορφώσεις και ντραμς κανονικά, όχι σαν σπιτικού συνθεσάιζερ. Όταν όμως τελικά άκουσα τα τραγούδια όπως περίπου τα φανταζόμουν, για παράδειγμα το I can’t forget από τους Pixies στον δίσκο-αφιέρωμα “I’m your fan” το 1991, κάτι έλλειπε. Όχι απλά η φανταστική φωνή του Cohen, αλλά η αβίαστα και ανέλπιστα επιβλητική ατμόσφαιρα που αυτά τα συνθεσάιζερ μπορούσαν να φτιάξουν.

Συνέχισα να ακολουθώ τον Κόεν, κάπως από μακριά πια, χωρίς εικόνα της δισκογραφίας του, πολύ χαρούμενος που υπήρχε. Μου φαινόταν (και μου φαίνεται ακόμη) φανταστικό να μπορώ να γράψω στο spotify ή στο youtube: “Suzanne, Leonard Cohen” και αμέσως να το ακούω. Μάθαινα διάφορες ιστορίες για εκείνον: που μπήκε σε μοναστήρι Βουδιστών, που χρεοκόπησε και ξεκίνησε από την αρχή. Διάβαζα στιγμιότυπα από τη ζωή του, όπως όταν ο Φιλ Σπέκτορ στις ηχογραφήσεις του Death of a Ladies’ Man, κόλλησε ένα περίστροφο κάτω από το πηγούνι του και του είπε “Σε αγαπώ Λέοναρντ”, και εκείνος απάντησε: “Το ελπίζω Φιλ”. Τη συνάντηση του με τον Ντίλαν όταν συνέκριναν τον χρόνο που χρειάζονται για να γράψουν ένα τραγούδι. Περίπου 15 λεπτά είπε ο Ντίλαν, δυόμιση χρόνια ο Κόεν. Σε ανύποπτο χρόνο, είχε πάψει πια να είναι βλοσυρός. Αντιθέτως, μου ήταν πια εξαιρετικά συμπαθής. Ίσως γιατί γερασμένος πια, είχε γίνει ακίνδυνος με τον τρόπο με τον οποίο οι ηλικιωμένοι άνθρωποι παύουν να μας απειλούν. Ίσως γιατί το σπέρμα της συμφιλίωσης μας υπήρχε από την πρώτη μας γνωριμία στο Κανάλι, όταν χωρίς να το καταλάβω, μου έκλεισε βλοσυρός το μάτι, και μου είπε ότι γίνεται να είσαι στενοχωρημένος και κουλ μαζί.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Change )

Google+ photo

You are commenting using your Google+ account. Log Out / Change )

Connecting to %s